ΜΑΥΡΗ ΕΙΝ’ Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ (Ο ΚΛΕΦΤΗΣ)

Μαύρ’ ειν’ η νύχτα στα βουνά,

στους κάμπους πέφτει χιόνι,

στ’ άγρια, στα σκοτεινά,

στες τραχιές πέτρες, στα στενά,

Ο κλέφτης ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει, (δις)

 

Στο δεξί του χέρι το γυμνό

κρατάει αστροπελέκι,

παλάτι έχει το βουνό

και σκέπασμα τον ουρανό κι ελπίδα το ντουφέκι (δις).

 

Φεύγουν οι τύραννοι χλωμοί,

στο μαύρο του μαχαίρι,

μ’ ιδρώτα βρέχει το ψωμί,

ξέρει να ζήση με τιμή και ν’ αποθάνει ξέρει.

 

Τον κόσμο ο δόλος διοικεί

κι η άδικη ειμαρμένη,

τα πλούτη έχουν οι κακοί,

μα δώ στους βράχους κατοικεί

η αρετή κρυμμένη.

 

Πήγαινε φίλα την ποδιά

που δούλοι προσκυνούνε,

εδώ στα πράσινα κλαδιά

μον’ το σπαθί τους τα παιδιά

και τον Σταυρό φιλούνε

 

Μεγάλοι έμποροι πουλούν

τα έθνη σαν κοπάδια,

την γην προδίδουν και γελούν

εδώ όμως άρματα λαλούν σ’ απάτητα λαγκάδια.

 

Μητέρα, κλαις, αναχωρώ,

να μ’ ευχηθής γυρεύω,

ένα παιδί σε υστερώ

όμως να ζήσω δεν μπορώ,

αν ζω για να δουλεύω.

 

Μην κλαίτε μάτια γαλανά

φωστήρες που αρέσω,

το δάκρυόν σας με πλανά, μ

α λεύτερος ζω στα βουνά

και λεύτερος θα πέσω.

 

Βαρειά, βαρειά, βόϊζ’ η γη,

ένα ντουφέκι πέφτει

παντού φυγή κι εκεί πληγή,

εσκότωσαν τον κλέφτη.

 

Σύντροφοι, άσκεποι, πεζοί,

τον φέρνουν λυπημένοι

και τραγουδούν όλοι μαζί

ελεύθερος ο κλέφτης ζει

κι ελεύθερος πεθαίνει.

 

Πληροφορίες:

Στιχουργός: Αλεξ. Ραγκαβής

Συνθέτης: Αριστοτέλης Καζαντζής (διασκευή)

Αποτελεί ένα από τα τέσσερα πρώτα εμβατήρια του Νεότερου Ελληνικού Κράτους και το μοναδικό σωζόμενο με στίχους και μουσική. Η μοναδικότητά του αυτή το κατατάσσει ως το αρχαιότερο εμβατήριο του ΣΞ και των Ενόπλων Δυνάμεων γενικότερα από τα εν χρήσει σήμερα. Η αρχική ονομασία του ήταν ο «Κλέφτης», αλλά στην λαϊκή συνείδηση έμεινε ως τίτλος του εμβατηρίου, η αρχή της πρώτης στροφής «Μαύρ’ ειν’ η νύχτα».

Οι στίχοι του εξυμνούν την νοοτροπία του Έλληνα επαναστάτη κλέ­φτη, ο οποίος δεν υποφέρει τον ζυγό του τυράννου. Εκφράζεται επίσης η άδικη αντιμετώπιση των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες διαχωρίζουν τον κόσμο «κατά το δοκούν», αλλά για τον κλέφτη σπίτι του είναι τα βουνά και σκέπη του ο ουρανός κι εκεί η θέληση των Μεγάλων δεν χωρεί.

Αναφέρεται επίσης στην μάνα του κλέφτη, η οποία θρηνεί για τον επικείμενο χαμό του υιού της, αλλά γι αυτόν είναι προτιμότερος ο θά­νατος από την δουλειά (εννοεί την αγγαρεία και την δουλεία).

Στις 2 τελευταίες στροφές περιγράφεται η σκηνή του θανάτου και της ταφής του κλέφτη, όπου οι σύντροφοί του μεταφέρουν την σωρό του ασκεπείς και τραγουδώντας, τονίζοντας ακόμη περισσότερο την νοοτροπία εκείνης της ηρωικής εποχής.

Η μελωδική του γραμμή ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα εμβατήρια, θυμίζοντας ενοργανώσεις παλαιοτέρων εποχών, καθώς προέρχεται από διασκευή βαυαρικού εμβατηρίου. Δεν χάνει όμως την αξία της, είναι άκρως εμψυχωτική και δυναμική.  

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s