Ιστορία της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων (ΣΣΕ)

ΕΠΟΧΗ  ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ-ΙΔΡΥΣΗ  ΤΗΣ  ΣΧΟΛΗΣ

         Στις 11 ‘Ιανουαρίου του 1828 αγκυροβολούσε στην Αίγινα κοντά σε δύο πολεμικά, ένα γαλλικό και ένα ρωσικό, το αγγλικό δίκροτο WARSPITE. Σ’ αυτό επέβαινε ο πρώτος Κυβερνήτης της ‘Ελλάδος, ο Ι. Καποδίστριας. Την επόμενη ήμερα, με τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών και τις ομοβροντίες των πυροβόλων των πολεμικών πλοίων, ο Καποδίστριας αποβιβάζεται στο Ελληνικό έδαφος. Όλος ο λαός, ή Αντικυβερνητική Επιτροπή και οι λοιπές αρχές τον υποδέχονται γεμάτοι ενθουσιασμό, σαν σωτήρα.

     Ή Αντικυβερνητική Επιτροπή, σε προκήρυξη της την ήμερα αποβιβάσεως, έγραφε ότι ανέθεσε τα της Κυβερνήσεως εις χείρας άνδρας-σεβαστού διά την αρετή και τα προτερήματα του, εμπείρου εις τα πράγματα και ένΐ λόγω τοιούτου, ο όποιος μόνον ημπορεί να φέρει το Έθνος εις την άπόλαυσιν των αγαθών της  διά τόσων αιμάτων κτηθείσης  ελευθερίας του.

     Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε Κυβερνήτης της ‘Ελλάδος οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Τα σύνορα του Κράτους δεν είχαν ακόμη προσδιοριστεί.  Ό πόλεμος κατά  των Τούρκων συνεχιζόταν.  Τα ερείπια του πολέμου ήταν φανερά παντού, ο λαός υπέφερε  από πείνα και τα ταμεία του Κράτους ήταν κενά. Με άλλες λέξεις,  υπήρχε  πλήρης διοικητική και οικονομική εξάρθρωση.

     Ακόμη χειρότερη ήταν ή κατάσταση των Στρατιωτικών πραγμάτων.  Τα υπολείμματα του τακτικού  στρατού υπό τον Φαβιέρο είχαν εκστρατεύσει στην Χίο. Στην υπόλοιπη Ελλάδα τα άτακτα τμήματα των διαφόρων οπλαρχηγών πολεμούσαν άλλοτε τους Τούρκους και άλλοτε μεταξύ τους. Ή Κυβέρνηση ήταν ανίσχυρη να επιβληθεί και περιπλανιόταν από  τον Πόρο στο Ναύπλιο και από το Ναύπλιο στην Αίγινα, για να αποφύγει τον εξευτελισμό  και τη βία.

     Το έργο πού είχε να επιτέλεση ο Καποδίστριας ήταν τεράστιο. Με  τη  διορατικότητα που τον διέκρινε κατάλαβε ότι  ένας από τους  σπουδαιότερους τομείς της δραστηριότητας του έπρεπε να είναι ή προσπάθεια για τη συγκρότηση  τακτικού στρατού. Γι’ αυτό το λόγο ο Καποδίστριας συγκρότησε υπό την  προεδρία του ένα πολεμικό συμβούλιο, αρμόδιο να ρυθμίζει τα ζητήματα του στρατού και του στόλου και προσπάθησε, με διάταγμα, να μεταβολή τα άτακτα σώματα (αεικίνητα, όπως τα έλεγε) σε τακτικό στρατό.

     Ό Βαυαρός Συνταγματάρχης Heideck (Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος,Karl von Heideck (1788-1861) ) ορίσθηκε διευθυντής των τακτικών στρατευμάτων και ανέλαβε να οργάνωση «Ίδρυμα διά την Στρατιωτικήν και Έπιστημονικήν Έκπαίδευσιν  νέων  καλών οικογενειών, οι όποιοι μίαν ήμέραν θα  κατετάσσοντο εις τον στρατόν ως Αξιωματικοί

ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΛΟΧΟΥ ΤΩΝ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ

sse-fek1828     Τον Ιούλιο του 1828 στο Ναύπλιο άρχισε να λειτουργεί ή Σχολή ως Λόχος Ευελπίδων με Διοικητή τον Ιταλό Λοχαγό Ρ. Σαλτέλι και την ανώτερη εποπτεία του Εϋδεκ. Εκτοτε Εύελπις καλείται ο μαθητής της Στρατ. Σχολής Ευελπίδων και φέρει εκάστοτε στολή παρεμφερή προς αυτή του υπολοίπου στρατεύματος.  Ό όρος Εύελπις δεν είναι απλή μετάφραση ξενικού όρου, άλλα επινοήθηκε από τον Κυβερνήτη Ίω. Καποδίστρια για να υποδείξει στους Έλληνες, ότι επάνω στους μορφωμένους αξιωματικούς στηρίζονται οι ελπίδες της Ελλάδος, τηρήθηκε, δε αυτός διαρκώς μέχρι σήμερα.

Μετά την πάροδο  έξι  μηνών δημοσιεύθηκε στη  Γενική  Εφημερίδα της Ελλάδος (φύλλο της 29 Δεκεμβρίου  1828), το πρώτο ψήφισμα για Ευέλπιδες :

                                    ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

                              Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 

Αριθ.  8377                             ΨΗΦΙΖΕΙ

ΨΗΦ.  ΙΗ’                           Περί των Ευελπίδων                  

 

     -Συσταίνεται λόχος γυμνάσεως υπό το όνομα Λόχος των Ευελπίδων.

     -Ό αριθμός των παραδεκτών εις τον λόχον τούτον  μαθητών περιορίζεται  επί το παρόν μέχρι των πεντήκοντα.

     -Οι Υπαξιωματικοί του Λόχου τούτον λαμβάνονται μεταξύ των ίδιων μαθητών. Ή άρχαιότης της εισόδου, ή καλή διαγωγή και αί πρόοδοι είναι τα συστατικά μέσα,  τα όποια δίδουσι το δικαίωμα του προβιβασμοϋ τούτου.

     -Εν μέρος  του χηρεύοντος  βαθμού των Αξιωματικών εις τα τακτικά στρατεύματα  προσδιορίζεται δια τους  Υπαξιωματικούς των Ευελπίδων.

     -Όσοι των μαθητών έχουν σκοπόν να έμβοϋν εις το Πυροβολικόν, θέλουν γνμνάζεσθαι έπι το παρόν την χρήσιν των πυροβόλων εις το επίπεδον, κατά θέσεις και εις πολιορκία, θέλουν διδασκεσθαι προς τούτοις την ιχνογραφία, την άριθμητικήν και τα στοιχεία της Γεωμετρίας, τα περί κατασκευής του  υλικού της Πυροβολικής και των κανονοστασιων και τα περί  προπαρασκευής των πολεμοφόδιων, εν ένι λόγω το απολύτως άναγκαϊον μέρος των επιστημών και τεχνών, αι όποΐαι συμβάλλουσιν εις την γνώσιν του πυροβολικού.

     -Όσοι των Ευελπίδων προσδιορίζονται διά το ίππικόν, θέλουν λαμβάνει  μερικάς γνώσεις της ζωϊατρικής τέχνης, Θέλουν διδασκεσθαι την Ιππασιαν, θέλουν μανθανει να γνωρίζωσι καθ’ όλην την λεπτομέρειαν την έπισκευασίαν του ίππου, και τέλος  θέλουν γυμνάζεσθαι  εις  τα πλέον συνήθη κινήματα  του ιππικού,  τα όποια άλλως θέλουν διδασκεσθαι εις την θεωρίαν.

     -Αύτη ή προσωρινή και επιπόλαιος μάθησις των εις την πυροβολικήν και την ίππικήν  ενασχολούμενων  θέλει έκτανθή καθ’  όσον το επιτρέψουν  αι περιστάσεις.

      -Θέλουν γυμνάζεσθαι εις την πεζομαχίαν όχι μόνον  όσοι των Ευελπίδων  διορίζονται εις  αυτό το μέρος της πολεμικής, αλλά επίσης και όλοι οι μαθηται της πυροβολικής και της ιππικής.

      -Οι μαθηται όλων των κλάσεων  θέλουν μανθανει την κατάστρωσιν παντός είδους κατάστιχων, καταλόγων και αναφορών.

      -Οι διδάσκοντες αξιωματικοί θέλουν διδάσκει προ  πάντων και εις πασαν  περίστασιν τους  μαθητάς  των  την άρετήν και την μετά λόγον πειθαρχία.

      -Οι Ευέλπιδες όντες ιδίως διωρισμένοι να καταταχθώσι μεταξύ των αξιωματικών των τακτικών στρατευμάτων,  λογίζονται ως  έχοντες βαθμόν αξιωματικού.

      α.  θέλουν έχει κοινόν οίκημα.

      β.  Καθείς εξ αυτών θέλει έχει μίαν ξυλίνην κλίνην και μίαν τράπεζα.

      γ.  Θέλουν λαμβάνει όλοι καθ’ έκάστην μίαν μερίδα, το οψώνιον και τέσσαρα δίστηλα κατά μήνα.

      δ.  Ή ενδυμασία θέλει προμηθεύεσθαι εις αυτούς παρά της Κυβερνήσεως,  θέλουν δε προμηθεύει έξ ιδίων τα πανικά των.

      -Το ένδυμα των Ευελπίδων θέλει είναι  άπαράλλακτον με το των  Επίλεκτων, εξαιρουμένων  μόνον των διακριτικών σημείων.

      -Όστις των  Ευελπίδων άποβληθή επί  λόγω διαγωγής άτίμου,  αμελείας,  αναξιότητας, ή ανυποταξίας χάνει  κάθε δικαίωμα να καταταχθή αξιωματικός ή υπαξιωματικός εις το τακτικόν.

      -Ή εσωτερική οικονομία του λόχον των Ευελπίδων θέλει  κανονισθή δι’  ιδιαιτέρας διατάξεως.

 

Ό Γραμματεύς  της ‘Επικρατείας                               Εν Αιγίνη τη 21  Δεκεμβρίου 1828

Σ. Τρικούπης                                                                                       Ο Κυβερνήτης

                                                                                                                  Ι.Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

    sse-nayplioΌ στρατωνισμός της Σχολής έγινε, στην αρχή, σ’ ένα παλαιό τουρκικό στρατώνα του Ναυπλίου, κατόπιν όμως μεταφέρθηκε σε ιδιωτικό κτίριο πού βρίσκεται στο χώρο της σημερινής αγοράς του Ναυπλίου, πολύ κοντά στο παλαιό Δημαρχείο,  πού ήταν το Κυβερνείο του Καποδίστρια. Το κτίριο αυτό πού διατηρείται μέχρι σήμερα σε πολύ καλή για την ηλικία του κατάσταση προκαλεί ανεπιφύλακτα το ενδιαφέρον με το μέγεθος, τη δομή και την μορφή του. Οι πρώτοι Ευέλπιδες αποφασίσθηκε  να  φέρουν τη στολή των στρατιωτών των Λόχων Επίλεκτων των Ταγμάτων Πεζικού,  έκτος των διακριτικών, δηλαδή : Ίμάτιον εκ τσόχας κυανοχρόου με ύσγινα (κόκκινα) περιχειρίδια, περιλάίμιον  και  περιουριαία, επωμίδας χρώματος αλίκου και γρανάτας από άσπρην τσόχαν εις τας  ουράς του Ιματιδίου.

     Ή κατάταξη των  Ευελπίδων  γινόταν με  πρόταση του Ευδεκ και σύμφωνη γνώμη του Καποδίστρια. Ό Κυβερνήτης, όταν αποφάσισε την οργάνωση του Σχολείου, προσκάλεσε τους επιφανέστερους αρχηγούς του  Αγώνα, πολιτικούς  και στρατιωτικούς, να στείλουν τα παιδιά τους στη Σχολή.

     Ή ανταπόκριση δεν ήταν  ικανοποιητική, γιατί υπήρχε αντιπάθεια προς τον τακτικό Στρατό και ακόμη θεωρούσαν βαρύ το ζυγό τού στρατιωτικού Σχολείου. Οι πρώτοι 43 καταταγέντες Ευέλπιδες, αποτελούσαν περίεργο μωσαϊκό ηλικιών και γνώσεων, ακατάλληλο για στρατιωτική Σχολή. Γι’ αυτό, κι επειδή επιπλέον ο Λοχαγός Σαλτέλλι  αποδείχθηκε ακατάλληλος για τη  διοίκηση της Σχολής, τα πρώτα βήματα της ήταν ασταθή.

Η ΣΧΟΛΗ ΜΕ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΟΝ ΓΑΛΛΟ ΛΟΧΑΓΟ ΓΤΩΖΙΕ

     Ό Καποδίστριας έδρασε αμέσως. Την εποχή εκείνη έφθασε στην Ελλάδα ο Γαλλικός στρατός κατοχής των Φρουρίων της Πελοποννήσου υπό τον Στρατάρχη Μαιζών (Νικόλαος-Ιωσήφ Μαιζών, Nicolas Joseph Maison, 19 Δεκεμβρίου 1771 – 13 Φεβρουαρίου 1840. Στη στρατιά αυτή των Γάλλων, όχι μόνο στους αξιωματικούς της άλλα και στη συνοδεύουσα αποστολή από ειδικευμένους επιστήμονες, ή Ελλάς οφείλει πολλές επιστημονικές έρευνες και εργασίες, όπως π.χ. τους πρώτους τοπογραφικούς της χάρτες. Μερικοί από τους Γάλλους αξιωματικούς αποσπάσθηκαν από τις μονάδες τους και προσελήφθηκαν ως τεχνικοί ή διοικητές ειδικών  υπηρεσιών στον  αρτισύστατο ‘Ελληνικό Στρατό,  ενώ αρκετοί υπαξιωματικοί κατατάχθηκαν με  το βαθμό του Αξιωματικού.

     Ό Καποδίστριας, λοιπόν, αναθέτει τη διοίκηση του Λόχου των Ευελπίδων σ’ έναν από τους καλύτερους αξιωματικούς της Γαλλικής αποστολής, το Λοχαγό Πυροβολικού  Πωζιέ, απόφοιτο της Πολυτεχνικής Σχολής των Παρισίων. Στις 28 Οκτωβρίου  1828 ο Πωζιέ υπέβαλε λεπτομερές σχέδιο νέου οργανισμού της Στρατιωτικής Σχολής από 109 άρθρα, με  βάση τον οργανισμό της Πολυτεχνικής Σχολής των Παρισίων.

     Ό Καποδίστριας με  ειδική πράξη του (αριθ. 8683 της  12 Ίαν.  1829) επικυρώνει το νέο  οργανισμό, ενώ με  Διάταγμα του (αριθ.  8703 της ίδιας ημερομηνίας) διορίζει τους πρώτους  Καθηγητές και υπαλλήλους της Σχολής.

     Πρώτη φροντίδα του Πωζιέ ήταν ν’ απομακρύνει  όσους ήταν ανεπίδεκτοι και υπερήλικες αντικαθιστώντας τους με  άλλους και να κατάρτιση το πλήρες  πρόγραμμα της διδακτέας ύλης πού έπρεπε να ολοκληρωθεί σε τρεις τάξεις. Το πρόγραμμα αυτό, μολονότι προερχόταν από το αντίστοιχο πρόγραμμα της Γαλλικής Πολυτεχνικής Σχολής, ήταν εντούτοις  ασυγκρίτως κατώτερο.  Περιελάμβανε στοιχειώδη μαθηματικά και φυσιογνωστικά, μερικά στοιχεία πολεμικής τέχνης, πυροβολικής,  τοπογραφίας, οικοδομικής, σχεδιάσεως κτηρίων και  μηχανών,  καθώς και  ειδικές ασκήσεις ανάλογες  προς  το  όπλο. Ή λύση εκείνη ήταν προσωρινή  και μεταβατική, γιατί  όχι  μόνον  ο Κυβερνήτης άλλα και ο Πωζιέ ευελπιστούσαν ότι πολύ γρήγορα θα πετύχαιναν  να ανυψώσουν το πνευματικό επίπεδο των σπουδαστών της  Σχολής.

      Αφού τακτοποίησε το  μαθητικό προσωπικό και το πρόγραμμα, ο Πωζιέ αφιερώθηκε στην εσωτερική λειτουργία και την οργάνωση του Σχολείου. Με την πίστωση των 3.432 ταλλήρων πού έλαβε, έκανε τις αναγκαίες επισκευές και αγόρασε ιματισμό, βιβλία και όργανα σχεδιάσεως για τους  Ευέλπιδες. Διατήρησε τη στολή των Επίλεκτων, όπως καθόριζε  το πρώτο διάταγμα τού Κυβερνήτη, ως μεγάλη στολή υπηρεσίας, από βαθυκύανο ύφασμα χωρίς διακριτικά και με  φέσι.  Με τη  μεγάλη στολή έφεραν ξίφος μόνον οι υπαξιωματικοί και επωμίδες μόνον οι Ευέλπιδες της τελευταίας τάξεως. Ή Σχολή είχε οργανωθεί σε Λόχο με   τρεις δεκανίες, πού κάθε μια έμενε σε ιδιαίτερο θάλαμο.  Κάθε  Κυριακή οι Ευέλπιδες, φορώντας τη μεγάλη  στολή, εκκλησιάζονταν στον Άγιο Γεώργιο, και  μετά  τη  λειτουργία παρακολουθούσαν τις μεγάλες ασκήσεις των τακτικών στρατευμάτων έξω από  το Ναύπλιο.

     Ή πρόοδος της Σχολής, όσον καιρό διοικητής ήταν ο Πωζιέ, έφθασε σε τέτοιο βαθμό, ώστε, όταν Μαιζών έφθασε στο Ναύπλιο τον Απρίλιο του 1829 και επιθεώρησε τους Ευέλπιδες, έμεινε κατάπληκτος. Τα μαθήματα του πρώτου έτους κανονικής λειτουργίας της Σχολής (1829) άρχισαν περί το τέλος Ιανουαρίου και κράτησαν έως τον Οκτώβριο. Όλοι οι μαθητές, 40 τον  αριθμό, αποτελούσαν  μια τάξη, την πρώτη κλάση. Οι πρωινές ώρες συνήθως ήταν για τα μαθήματα, οι  απογευματινές για  τις ασκήσεις πεζικού.

     Στις  8 Οκτωβρίου 1829 άρχισαν πανηγυρικά οι πρώτες ετήσιες εξετάσεις των μαθητών  πού κράτησαν έως τις 14 Οκτωβρίου. Έγιναν προφορικά ενώπιον μόνιμης επιτροπής πού είχε ορίσει  με ειδικό ψήφισμα (αριθ. 14492/14-9-1829) ο  Κυβερνήτης.

     Στις  15 Οκτωβρίου ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα. Σύμφωνα με  αυτά, τρεις μαθητές απορρίφθηκαν, άλλοι πέντε «…εκρίθησαν ανάξιοι να μένουν πλειότερον καιρόν εις το Σχολειό καταργοϋντες τους τόπους τους  οποίους ήδύναντο να καταλάβωσιν άλλοι δραστηριωτέρως» και αποβλήθηκαν  από τη Σχολή. Ό πρόεδρος της Επιτροπής, Στρατηγός  Τρεζέλ, απένειμε ο ίδιος τα διακριτικά τού Ευέλπιδος υπαξιωματικού. Ήταν οι πρώτοι υπαξιωματικοί τού Σχολείου που έπαιρναν βαθμό κατόπιν εξετάσεων. Κατά το πρώτο  έτος οι υπαξιωματικοί είχαν ονομαστεί κατά την κρίση του διοικητή της Σχολής. Μετά τις  εξετάσεις οι Ευέλπιδες πήραν άδεια δύο εβδομάδων.

     Ή Σχολή εξακολούθησε να λειτουργεί  κανονικά. Ό Πωζιέ δεν έπαψε να μοχθεί για την πρόοδο των μαθητών  και ο  Καποδίστριας φρόντιζε εξαιρετικά για τους μέλλοντες αξιωματικούς του Έθνους παρά τις ποικίλες δυσχέρειες πού συναντούσαν στην  εκτέλεση τού  έργου τους. Ανάμεσα σε άλλες δυσχέρειες, πού αντιμετώπισε ή Σχολή στα πρώτα της βήματα, ήταν και ή απροθυμία (αν όχι εχθρότητα) των προκρίτων, στους οποίους ο Καποδίστριας είχε  κάνει έκκληση  να στείλουν τα παιδιά  τους να μαθητεύσουν στη Σχολή. Για τους λόγους πού προαναφέραμε, οι πρόκριτοι δεν ήταν πρόθυμοι ν’ ανταποκριθούν στις συστάσεις τού Κυβερνήτη, πού  αναγκάσθηκε, τελικά, να προσλάβει νέους μαθητές της Σχολής από τα ορφανά τού Ορφανοτροφείου Αίγινας και ακόμη να πλήρωση τους γονείς για  να στείλουν τα παιδιά  τους στη  Σχολή.

     Στις  7 Σεπτεμβρίου 1830 με  πράξη του  Κυβερνήτη (άρ. 95) συγκροτήθηκε νέο εξεταστικό  Συμβούλιο, ενώ με  διάταγμα της 11  Οκτωβρίου 1830 συγκροτήθηκε το πρώτο  Σπουδαστικό με  σκοπό να τεθώσιν αϊ σπουδαί επί στερεών βάσεων  και το οποίο θέλει συνέρχεσθαι το πρώτον δεκαπενθήμερον έκαστης  τριμηνίας ή εκτάκτως κατ’ αίτησιν τού Διευθυντού της Σχολής και θέλει έπαγρυπνή γενικώς εις τας σπουδάς, τας οποίας θέλει διευθύνει επί το καλύτερον. Ή σημασία πού απέδιδε ο Καποδίστριας στην εκπαίδευση των Ευελπίδων φαίνεται από τα πρόσωπα πού διόρισε στο Σπουδαστικό  Συμβούλιο. Τον αδελφό του Βιάρο  Καποδίστρια,  Υπουργό των Ναυτικών, ως Πρόεδρο, και ως  μέλη τον Ίακωβακη Ρίζο, Υπουργό των  Εξωτερικών, τον Α. Παπαδόπουλο, Υπουργό Οικονομικών, τον Μ. Χρυσόγελο, Υπουργό της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, τον Διοικητή τού Σχολείου Πωζιέ και τον Αρχηγό τού  Σώματος των  όχυρωματοποιών  Θ. Βαλιάνο. Οι πρώτες συνεδριάσεις έγιναν στις 24 και 28 ‘Οκτωβρίου. Κατ’ αυτές  το Συμβούλιο επισκόπησε την κατάσταση τού Σχολείου και ενέκρινε  μερικά μέτρα για τη βελτίωση των σπουδών και την  προσθήκη στα υπάρχοντα μαθήματα, της Γεωγραφίας, της Ελληνικής Ιστορίας, της  Κατηχήσεως και της  Εκκλησιαστικής Ιστορίας.

Έτσι λειτουργούσε το Σχολείο και τον  Ιούλιο τού 1831,  δηλαδή μετά τρία χρόνια από  την ίδρυση του  αποφοίτησαν οι πρώτοι μαθητές  ως  Ανθυπολοχαγοί, πού όλοι  τους κατατάχθηκαν στο Πυροβολικό.

Ή απονομή των διακριτικών στους νέους Ανθυπολοχαγούς έγινε με  επίσημη τελετή στις 16  ‘Ιουλίου. Κοντά στη Σχολή, στο πεδίο ασκήσεως, είχαν συγκεντρωθεί ο Κυβερνήτης ,οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές, οι παλαιοί  αγωνιστές, τα τακτικά στρατεύματα και οι γονείς και κηδεμόνες των μαθητών. Ό διοικητής τού Σχολείου  αναφωνούσε τα ονόματα των νέων Ανθυπολοχαγών, κάθε ένας από τους οποίους προχωρούσε υπό τους  ήχους της μουσικής και, αφού έπαιρνε από τα χέρια τού διοικητή τού τακτικού στρατού το δίπλωμα τού Αξιωματικού, πλησίαζε τον Κυβερνήτη για να τού φορέσει ο ίδιος τις επωμίδες, ενώ οι παρευρισκόμενοι  ζητωκραύγαζαν και επευφημούσαν τον Καποδίστρια.

     Οι ζητωκραυγές και επευφημίες αυτές ήταν, αλλοίμονο, οι τελευταίες πού ακούσθηκαν ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για το έργο τού Κυβερνήτη. Ένα μήνα αργότερα,  ενώ μετέβαινε στην εκκλησία  του Αγ. Σπυρίδωνος για να παρακολούθηση, όπως το  συνήθιζε, τη λειτουργία της Κυριακής, ο Καποδίστριας έπεφτε  νεκρός από  δολοφονική σφαίρα.

     Ό Πωζιέ, τον Σεπτέμβριο του  ίδιου έτους, μαζί με  τους υπόλοιπους Γάλλους Αξιωματικούς, παραιτήθηκε από τη θέση του και επέστρεψε στην πατρίδα του.

Η  ΣΧΟΛΗ  ΕΠΙ   ΟΘΩΝΟΣ

     Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια στη χώρα μας επικρατεί σύγχυση και αναρχία.  Τα 13 ελαφρά τάγματα πού είχε δημιουργήσει ο Καποδίστριας  διαλύονται και μετασχηματίζονται σε ένοπλες ομάδες υπό την ηγεσία παλαιών και νέων αρχηγών, ο καθένας από τους οποίους προσπαθούσε να σχηματίσει μεγαλύτερο σώμα για  να μπόρεση να επικράτηση. Ή προσωρινή Κυβέρνηση, ανίσχυρη να επιβληθεί και σ’ αυτήν την πρωτεύουσα, συνεννοείται  με  τους Πρεσβευτές των τριών Δυνάμεων και παραδίνει τα φρούρια του Ναυπλίου σε δύο Γαλλικά  συντάγματα, και το  Παλαμήδι σε διλοχία του Αγγλικού Στρατού.

     Τη Διοίκηση του κεντρικού πολεμικού Σχολείου,  μετά την αναχώρηση του Πωζιέ,  αναλαμβάνει ο φιλέλληνας συνταγματάρχης Έδ. Ράϊνεκ,  από την Σαξονία. Ό Ράϊνεκ, παλαιός μαχητής του Ιερού μας Αγώνα, κατόρθωσε να σώσει το Σχολείο, μέσα στη δίνη της εποχής, έως ότου εγκαθίσταται ή Βασιλεία στην ‘Ελλάδα. Ή Βασιλεία όχι  μόνο το διατήρησε άλλα και με  κάθε τρόπο το βοήθησε ως χρήσιμο και επωφελές ίδρυμα, προχώρησε σε ριζική αναδιοργάνωση του και διατήρησε τον Ράϊνεκ  ως μόνιμο Διοικητή του.

Ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1834

     Στις  19 Φεβρουαρίου τού 1834, ίνα χρόνο περίπου μετά την άφιξη τού Οθωνος, δημοσιεύθηκε το Β. Διάταγμα του νέου οργανισμού της Σχολής, με  το όποιο ή Σχολή ονομάζεται επισήμως Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, ονομασία πού διατηρείται μέχρι σήμερα. Με το νέο οργανισμό γίνονται δεκτοί εφεξής μαθητές ηλικίας μέχρι 12 ετών, ενώ ή φοίτηση γίνεται οκταετής. Από τις οκτώ τάξεις οι τέσσερις πρώτες είναι προπαιδευτικές και περιλαμβάνουν μαθήματα εγκύκλιος μορφώσεως, ενώ οι άλλες τέσσερις περιλαμβάνουν κύκλο ανώτερων μαθημάτων, στρατιωτικών και τεχνικών γενικής και ειδικής φύσεως.  Τότε καθιερώνεται για πρώτη φορά και το κίτρινο σαν συμβολικό χρώμα τού  Ευέλπιδος στα έπίρραφα και την πλάκα του κυβάρου (γυαλιστερό καπέλο).

     Ή κατάταξη των νέων μαθητών γίνεται χωρίς εξετάσεις με βασιλική έγκριση, ενώ οι εξετάσεις   της τελευταίας τάξεως γίνονται εγγράφως και προφορικώς. Ό αριθμός των μαθητών ορίζεται σε 140. Από αυτούς οι 50 φοιτούν δωρεάν με  δαπάνες της Κυβερνήσεως και οι υπόλοιποι πληρώνουν δίδακτρα από 250 ως 1000 δραχμές το χρόνο.

Για την εσωτερική υπηρεσία, ή Σχολή χωρίζεται σε έξη ενωμοτίες, ή κάθε μια υπό τη διοίκηση   αξιωματικού, και ή Σχολή παίρνει  μεγαλοπρεπέστερη μορφή.

Η  ΣΧΟΛΗ ΣΤΗΝ ΑΙΠΝΑ

     Με τον οργανισμό του 1834 Έδρα της Σχολής ορίζεται ότι πρέπει να είναι εις την καθέδρα του  Βασιλέως. Παρόλα αυτά όμως ή Σχολή, με  εισήγηση τού Ράΐνεκ, μεταφέρθηκε, τον Απρίλιο του 1834, στην Αίγινα, επειδή το οίκημα  του Ναυπλίου ήταν  ακατάλληλο. Στην Αίγινα χρησιμοποιήθηκε το κτήριο τού  Καποδιστριακού ‘Ορφανοτροφείου, όπου στεγάστηκαν αργότερα οι φυλακές Αίγινας.

     Με τη νέα εγκατάσταση της Σχολής αποφασίζεται να παραχωρηθούν 15 θέσεις από τις προβλεπόμενες συνολικά, σε μαθητές πού, μετά την αποφοίτηση τους, θα υπηρετούσαν ως Αξιωματικοί του Στόλου. Ό θεσμός αυτός εξακολούθησε να ισχύει έως το 1844, όταν iδρύθηκε το Ναυτικό Παιδευτήριο στην κορβέτα Λουδοβίκος.   O πρώτος ναυτικός Εύελπις πού εισήρθε στη Σχολή ήταν ο γιος του πυρπολητή Πιπίνου, για τον οποίο ο τότε Υπουργός των  Ναυτικών Ίω. Κωλέττης έγραφε σε προηγούμενη αναφορά  του προς την Αντιβασιλεία: Οι υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνες του δίδουν μεγάλα δικαιώματα εις αυτόν επί της ευεργεσίας της Κυβερνήσεως της  Α. Μεγαλειότητος.  Αρκετό διάστημα μετά την κατάταξη του Πιπίνου δεν  παρουσιάσθηκε άλλος να  καταταγεί, επειδή  τα  καταβλητέα δίδακτρα ήταν σημαντικά. Μόνον όταν το Υπουργείο Ναυτικών  αποφάσισε  να καταβάλει τα δίδακτρα, τότε ο αριθμός των Ευελπίδων του Ναυτικού αυξήθηκε σε οκτώ, αρχικά,  και αργότερα σε δεκαπέντε.  Ή εκπαίδευση των ναυτικών Ευελπίδων συστηματοποιήθηκε καλύτερα, όταν το 1835 διορίσθηκε   Υποδιοικητής της Σχολής ο Γερμανός Πλοίαρχος Κάρολος Μπρόγμαν με  την εντολή να παραδίδει μαθήματα Ναυτικών Επιστημών  και  Γερμανικής γλώσσας.  Ό Μπρόγμαν έμεινε στη Σχολή ως το 1843, οπότε τοποθετήθηκε στο στόλο.

     Κατά την περίοδο πού ή Σχολή παρέμεινε στην Αίγινα (1834-1837) ο αριθμός των μαθητών δεν  ξεπερνούσε τούς 80,  μολονότι ο οργανισμός προέβλεπε 140 θέσεις. Οι μαθητές των προπαιδευτικών τάξεων παρακολουθούσαν τα μαθήματα του Δημοτικού Σχολείου Αίγινας, ενώ οι μαθητές των εκπαιδευτικών   τάξεων   διδάσκονταν  τα  στρατιωτικά  και   θεωρητικά  μαθήματα  στη  Σχολή.  Μεγάλη προσοχή  έδιναν  στη γενική  μόρφωση των  Ευελπίδων:  όλες οι  τάξεις  διδάσκονταν γαλλικά, γερμανικά, χορό, κολύμβηση, ξιφασκία, μουσική, καλλιγραφία και ζωγραφική. Από  μια έκθεση  τού στρατηγού Πίζα, πού επιθεώρησε τη Σχολή τον Νοέμβριο τού 1836, μαθαίνουμε ότι ή  πειθαρχία ήταν πολύ καλή, το  συσσίτιο πλουσιοπάροχο, όμως ο ιματισμός και ή υπόδηση  σε κακή  κατάσταση.

     Ή Σχολή  παρέμεινε στην Αίγινα επί τρία έτη και τέσσερις μήνες. Στο διάστημα  αυτό αποφοίτησαν τρεις σειρές αξιωματικών από τούς οποίους πολλοί συνέχισαν τις σπουδές τους στο εξωτερικό.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΣΤΟΝ  ΠΕΙΡΑΙΑ

Μετά την εγκατάσταση του  Βασιλέα και  της  Κυβερνήσεως  στην   Αθήνα  (Δεκέμβριος 1834) υπήρξε σκέψη να μεταφερθεί ή Σχολή στη  νέα  πρωτεύουσα του  Κράτους.  Επειδή  όμως έλειπε το κατάλληλο κτίριο στην Αθήνα και  για να  βρίσκονται οι ναυτικοί  Ευέλπιδες κοντά  στη θάλασσα, ή Σχολή μεταφέρθηκε τον Αύγουστο του 1837 στον Πειραιά, και εγκαταστάθηκε στο μέγαρο του έμπορου Φεράλδη. Εκεί έμεινε ή Σχολή περισσότερο από μισόν αιώνα. Διοικητής της, κατά τα πρώτα έτη, εξακολούθησε να είναι ο  Συνταγματάρχης Ράΐνεκ. Κατά τα  τελευταία έτη της διοικήσεως του Ράΐνεκ παρουσιάζεται σοβαρή χαλάρωση  στην εκπαίδευση  άλλα και στην πειθαρχία ακόμη των Ευελπίδων από διάφορες αιτίες. Για την αντιμετώπιση της ανώμαλης αυτής καταστάσεως ο  Ράΐνεκ  απαλλάχθηκε από τα καθήκοντα  του στις  8 Φεβρουαρίου 1840 και ή διοίκηση της Σχολής ανατέθηκε στον Αντισυνταγματάρχη Σπυρομήλιο, διοικητή του 4ου τάγματος Ακροβολιστών.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΥ

     Ή τετραετία της διοικήσεως του Σττρομήλιου αποτελεί λαμπρό σταθμό για την περίοδο εκείνη, όταν ή Σχολή διένυε τα πρώτα της βήματα. Ό νέος διοικητής διέθετε τα προσόντα και το ανάλογο κύρος. Ήταν απόφοιτος Ιταλικού Στρατιωτικού Σχολείου και είχε σπεύσει ως εθελοντής στον Αγώνα.   Συμμετέσχε στην πολιορκία του Μεσολογγίου και κατόπιν ακολούθησε τον Καραϊσκάκη. Ακέραιος στο χαρακτήρα, αυστηρός αλλά δίκαιος προσπάθησε να μόρφωση όχι μόνο το πνεύμα, άλλα και το χαρακτήρα των Ευελπίδων.

     Έγνώριζον, ανέφερε ο Σπυρομήλιος ένα χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ότι οι Ευέλπιδες εις καμμίαν περίπτωσιν δεν ομολογούν τον σφάλλοντα συμμαθητήν των, νομίζοντες τούτο προδοσίαν. Έβεβαιώθην δε και επί των ήμερων μου,  ότι αν τις ήθελεν ομολογήσει τον σφάλλοντα οι λοιποί εχθρεύονται  και κακομεταχειρίζονται αυτόν.  Προσπαθώ  διά  ποινών και νουθεσιών να εξαλείψω την όλως διόλου άντιστρατιωτικήν αυτήν  αρχήν,  χωρίς όμως  να επιτύχω μέχρι σήμερον σπουδαία  πράγματα.

      Με επανειλημμένες αναφορές του ο Σπυρομήλιος ζήτησε να λειτουργήσουν και πάλι οι προπαιδευτικές τάξεις των Ευελπίδων, γιατί πίστευε ότι όταν είναι τρυφερές ηλικίας, ή πειθαρχία εμπνέεται εις αυτούς εύκολώτερον. Τελικά επέτυχε την αύξηση χρόνου φοιτήσεως σε έξη χρόνια, πράγμα πού διατηρήθηκε σε  ολόκληρο το διάστημα της Βασιλείας τού Οθωνος.

      Ακόμη επιδίωξε την εκκαθάριση των μαθητών και τη  βελτίωση της αποδόσεως τού διδακτικού προσωπικού για το όποιο εκφράζεται με  δυσμένεια (έκτος από τον ταγματάρχη  Μηχανικού Σταυρίδη και τους καθηγητές Δεσποτόπουλο και  Στρούμπο πού τους ονομάζει στηρίγματα της Σχολής).

Διέταξα,  αναφέρει, τους κυρίους διδασκάλους να μη κρατούν μυστικήν την βαθμολογίαν, άλλα να την κοινοποιούν εις τους μαθητάς. Και οι μεν μαθηται ηύχαριστηθησαν διά τούτο, διότι  δεν  μένουν κρυφαί αϊ συστάσεις των διδασκάλων και δύνανται  να παραπονούνται οσάκις αδικούνται. Αλλ’ οι κύριοι διδάσκαλοι δεν έπειθάρχησαν, λέγοντες ότι  κατ’ αυτόν τον τρόπον  αποκτούν τους μαθητάς εχθρούς.  Εκ  τούτων όλων ή Β. Γραμματεία παρατηρεί με   ποίους παραλογισμούς  και  κακάς  έξεις είμαι  βιασμένος  ν’ άντιπαλαίσω.

      Για πρώτη φορά, τον ‘Ιούλιο τού 1840, οι προαγωγικές εξετάσεις έγιναν γραπτώς,  με  πρόταση τού Σπυρομήλιου που θεωρούσε άδικο να είναι οι εξετάσεις προφορικές, όπου οι διδάσκαλοι χαρίζονται  και υποβοηθούν και τους μαθητάς  διά καταλλήλων ερωτήσεων,  διά  ν’ αποδείξουν την πρόοδο των μαθητών των. Άλλαξε την εξεταστική επιτροπή, εναντίον της οποίας είχαν διατυπωθεί παράπονα για  μεροληψία, και καθιέρωσε την επιλογή των θεμάτων των εξετάσεων με  κλήρο.

      Μετά ένα χρόνο ο Σπυρομήλιος εγκαινιάζει ένα ωραίο έθιμο πού διατηρήθηκε σε όλο το διάστημα της βασιλείας τού Οθωνος. Ό Βασιλέας έδινε  δώρα στους  άριστεύοντες  μαθητές.Ό Σπυρομήλιος είχε προτείνει να  δίνονται όπλα, σπαθιά και άλλα είδη στρατιωτικά,  ο Οθων όμως τού αποκρίθηκε ότι τα όπλα είναι δώρα για όσους διακρίνονται στο πεδίο της μάχης, ενώ στους μαθητές αρμόζουν περισσότερο το βιβλία.  Οι εξετάσεις τού 1841 έγιναν τον Ιούλιο με   μεγάλη επισημότητα. Στην έναρξη τους  παραβρέθηκαν οι  Βασιλείς, όταν δε  εκδόθηκαν τα αποτελέσματα ο  Υπουργός των Στρατιωτικών απένειμε τα βραβεία στους δύο πρώτους της κάθε τάξεως. Ήταν βιβλία ιστορικά, μαθηματικά και κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, με  πολυτελή εξώφυλλα από κυανό δέρμα, όπου είχαν χαραχτεί με  χρυσά γράμματα το βασιλικό στέμμα και ή επιγραφή «Προσφέρονται υπό τού ‘Υπουργού των Στρατιωτικών κατ’  εντολήν τού  Βασιλέως.»

      Επίσης,  για πρώτη  φορά,  τον Δεκέμβριο τού 1841  εφαρμόσθηκε το μέτρο των εισαγωγικών εξετάσεων από  κοινού όλων των υποψηφίων ανάλογα με  το βαθμό ευφυΐας τους. Ή κατάταξη αυτή απέτυχε. Προκλήθηκαν διαμαρτυρίες και έτσι ο Οθων αναγκάσθηκε ο ίδιος να υποβάλει σε μακρότατη εξέταση τους κριθέντες, με  αποτέλεσμα να βρεθούν  αρκετοί  από εκείνους πού είχαν χαρακτηριστεί ως καλής ευφυΐας  και ένας ως εξαίρετου ευφυΐας πολύ κατώτεροι από τους μετρίους.

      Μετά από αυτά,  εκδόθηκε διαταγή τού Υπουργείου  των Στρατιωτικών με  την όποια  είσήρχοντο εις την Σχολή και οι κριθέντες ως μετρίας και περιορισμένης ευφυΐας υπό την έπιφύλαξιν να άποπεμφθώσιν, αν κατά το τέλος τού σχολικού έτους δεν ήθελον άποδειχθή ικανοί προς  προβιβασμόν εις την  άνωτέραν τάξιν.

      Το 1841 εφαρμόσθηκε ο πρώτος  Κανονισμός υπηρεσίας των Ευελπίδων,  πού  είχε συντάξει με εξαιρετική  επιμέλεια ο ίδιος ο Σπυρομήλιος.  Περιελάμβανε 157 άρθρα, με   τα όποια ρυθμίζονταν  όλες οι λεπτομέρειες για την άρτια λειτουργία της Σχολής. Οι κυριότερες λεπτομέρειες ήταν οι έξης : Οι Ευέλπιδες ήταν οργανωμένοι, όπως και προηγουμένως, σε ενωμοτίες για την εσωτερική υπηρεσία και σε τάξεις για την εκπαίδευση. Σε όλους τους ανωτέρους αξιωματικούς απονεμόταν ο χαιρετισμός εν στάση. Έξοδος επιτρεπόταν μια φορά το μήνα. Όταν επέστρεφαν από την έξοδο τους, οι Ευέλπιδες ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιάσουν σημείωμα των γονέων ή κηδεμόνων τους ότι ή διαγωγή τους κατά το διάστημα της εξόδου ήταν καλή. Ειδικός Αξιωματικός οριζόταν σε κάθε έξοδο  να επιτηρεί τους αδειούχους Ευέλπιδες. Ή έξοδος των μαθητών των μικρών τάξεων επιτρεπόταν μόνο με  τη συνοδεία γονέων ή κηδεμόνων. Απαγορευόταν στους Ευέλπιδες να μπαίνουν σε καφενείο,  να καπνίζουν, να διαβάζουν εφημερίδες,  να  χαρτοπαίζουν, και  να ρίχνουν πυροτεχνήματα (συνήθεια  πολύ  διαδεδομένη  την εποχή  εκείνη).

     Ή διοίκηση του Σπυρομήλιου διακόπηκε τον Σεπτέμβριο του 1843, όταν τοποθετήθηκε Προσωπάρχης του Υπουργείου Στρατιωτικών και  Αρχηγός Χωροφυλακής. Τον Φεβρουάριο όμως του 1844 ανέλαβε πάλι τη Διοίκηση της Σχολής έως τον ‘Ιούνιο, οπότε αποχώρησε οριστικά από τη Σχολή. Αργότερα διετέλεσε  Στρατιωτικός  Νομοεπιθεωρητής  Κυκλάδων, Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Στρατιωτικών  Υπουργός Στρατιωτικών και  Γερουσιαστής.

     Εκείνο πού χαρακτηρίζει Ιδιαίτερα  τη διοίκηση του Σπυρομήλιου  ήταν ή εύρυθμη  λειτουργία της Σχολής σε ολόκληρο το διάστημα της διοικήσεως του. Κατόρθωσε να έμπνευση σε ολόκληρο το προσωπικό πειθαρχία  υποδειγματική  βασιζόμενη στη συναίσθηση του  καθήκοντος  και όχι  στο φόβο  τιμωρίας.

Η ΣΧΟΛΗ ΕΩΣ ΤΗΝ ΕΞΩΣΗ ΤΟΥ ΟΘΩΝΟΣ

     Μετά την αποχώρηση του Σπυρομήλιου τη  διοίκηση της Σχολής ανέλαβε ο αντισυνταγματάρχης Γ.  Καρατζάς. Επί της διοικήσεως του ή Σχολή, με   Β.Δ. της 16-5-1846, διαλύθηκε προσωρινά έξ αφορμής σοβαρότατου παραπτώματος μερικών Ευελπίδων  όλοι οι μαθητές επέστρεψαν σπίτι τους. Στις 25-1-1847 δημοσιεύθηκε νέο Β.Δ. για τον ανασχηματισμό της Σχολής: με  το διάταγμα οριζόταν ότι οι εκπαιδευόμενοι για το στρατό ξηράς δε θα  ξεπερνούσαν τους 60, ως κατάστημα της Σχολής θα χρησίμευε (ως ότου επισκευαζόταν το ορφανοτροφείο Αίγινας) το μέγαρο στον Πειραιά και τέλος οι πρώην μαθητές της Σχολής (έκτος εκείνων πού  είχαν  θεωρηθεί πρωταίτιοι) μπορούσαν να  ζητήσουν την κατάταξη  τους.  Με άλλο Β.Δ. της 1-4-1847 συγκροτήθηκε επιτροπή για την εξέταση των υποψηφίων. Πράγματι,  ή εξέταση έγινε εντός του ‘Απριλίου και ή κατάταξη των νέων μαθητών έγινε  την 1 Οκτωβρίου. Οι μαθητές κατατάχθηκαν στην τάξη  πού βρισκόταν ο καθένας όταν διαλύθηκε ή Σχολή.

Κατά τα επόμενα έτη ή Σχολή εξακολούθησε να λειτουργεί στον Πειραιά με  βάση τον οργανισμό του 1834 πού τροποποιήθηκε (με  το Β.Δ. της  28-8-1861) ως προς τις διατάξεις τάξεως και  πειθαρχίας της Σχολής.

     Τον Ιούνιο  του 1854 ή Σχολή-για ν’ αποφύγει την Άγγλογαλλική κατοχή του Πειραιά και την επιδημία χολέρας πού παρουσιάσθηκε στο γαλλικό στρατόπεδο – εγκατέλειψε τον Πειραιά και εγκαταστάθηκε στο μέγαρο της Δούκισσας  της Πλακεντίας  (σημερινά Βυζαντινό Μουσείο) στην Αθήνα. Εδώ παρέμεινε ώς τον ‘Οκτώβριο τού 1857, οπότε  επέστρεψε πάλι στον Πειραιά.Κατά την παραμονή της Σχολής στην Αθήνα οι Ευέλπιδες διδάχθηκαν για πρώτη φορά το μάθημα  της  ιππασίας.

     Τον  Μάρτιο του 1855 ο Καρατζάς  ανέλαβε  Αρχηγός της  Χωροφυλακής έως τον Ιούλιο του 1856, οπότε επανήλθε  στη διοίκηση της  Σχολής. Κατά την προσωρινή  απουσία του, διοικητής της Σχολής διετέλεσε  αντισυνταγματάρχης  Σταυρίδης,  πού τοποθετήθηκε κατόπιν αρχηγός Μηχανικού.

      Μετά την έξωση  τού Όθωνος, στις  19 ‘Οκτωβρίου 1862, ο Καρατζάς (με  θέσπισμα της προσωρινής Κυβερνήσεως) παύτηκε από τη διοίκηση της Σχολής και απολύθηκε. Είχε συνολικά διοικήσει τη Σχολή  δεκαεπτά  χρόνια. Είχε παραλάβει τη  διοίκηση ως αντισυνταγματάρχης και απομακρύνθηκε ως  Στρατηγός. Αν  όμως ή διοίκηση του ήταν ή μακρύτερη ως προς τη διάρκεια  δεν ήταν και ή καλύτερη σε απόδοση. Έλειπε ή ψυχολογημένη εκείνη  αυστηρότητα πού δημιουργεί  τη  χαρακτηριστική για Στρατιωτική Σχολή αυστηρή  πειθαρχία.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ  ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ  ΓΕΩΡΓΙΟΥ  Α’

Ανώμαλη πολιτική κατάσταση επικράτησε στη χώρα μας κατά διάστημα από την έξωση τού Οθωνος έως την εγκατάσταση τού Γεωργίου Α’ (Οκτώβριος 1862-Όκτώβριος 1863).  Τα πολιτικά πάθη είχαν οξυνθεί και ο εμφύλιος πόλεμος αποτράπηκε χάρη στο στρατό και την ‘Εθνοφυλακή, αλλά και χάρη σε τυχαία περιστατικά, όπως π.χ. ήταν ο θάνατος τού Θ. Γρίβα στο Μεσολόγγι, ενώ κατερχόταν μαζί με  τους οπλοφόρους του να καταλάβει την ‘Αθήνα. Το ίδιο κακή ήταν και ή κατάσταση στη Σχολή.

Διοικητής της Σχολής, μετά τη απομάκρυνση του Καρατζά, ανέλαβε ο υποδιοικητής της Β. Πετμεζας. Αυτός με  αναφορά του ζήτησε την προσωρινή διακοπή των μαθημάτων και την επιστροφή των Ευελπίδων σπίτι τους, έως ότου βελτιωνόταν ή κατάσταση. Το Υπουργείο Στρατιωτικών δεν ενέκρινε την πρόταση του Διοικητή, απέβαλε τους απουσιάζοντες αδικαιολογήτως και προέτρεψε το διοικητή να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε οι μαθητές να εξακολουθήσουν τις σπουδές τους με  τη δέουσα επιμέλεια. ‘Επίσης απηύθυνε στη Σχολή  διαταγή, με  την εντολή να κοινοποιηθεί στους Ευέλπιδες, με  την οποία υπογραμμιζόταν το ενδιαφέρον της Κυβερνήσεως και μάλιστα του Υπουργείου για την ακμή και  ευημερία της Σχολής  και συγχρόνως απαιτούσε αυστηρότατη πειθαρχία.

     Ή Σχολή  εξακολούθησε τη λειτουργία της. Με το θέσπισμα της 17 Αυγούστου 1863 ή  Κυβέρνηση επέφερε  μερικές τροποποιήσεις στο διδακτικό προσωπικό και τις έδρες των καθηγητών της Σχολής. Παρά τις προσπάθειες όμως τού Υπουργείου και της Διοικήσεως ή πειθαρχία δεν ήταν αξιοζήλευτη.

     Μετά την άφιξη τού Γεωργίου Α’  αρχίζει μία νέα περίοδος για τη Σχολή  των Ευελπίδων. Ή ανακοπή της  προόδου, που χαρακτηρίζει τη μακρά περίοδο της Διοικήσεως Καρατζά,  εξέλιπε και  ή Σχολή  εισέρχεται στο δρόμο  της προόδου και της επιστημονικής της εξελίξεως που  θα ολοκληρωθεί την εποχή  του  Χαρίλαου Τρικούπη.

     Τον Πετμεζα διαδέχθηκε στη διοίκηση της Σχολής τον Δεκέμβριο τού 1863  ο αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Β. Σαπουντζάκης, από τους πρώτους μαθητές πού αποφοίτησαν το 1831. Ό Σαπουντζάκης παρέμεινε διοικητής της Σχολής έως το 1869. Κατά τις ήμερες της διοικήσεως του ο Οργανισμός της Σχολής τροποποιήθηκε αρκετές φορές. Ένα έτος μετά την άφιξη τού Βασιλέα Γεωργίου Α’, τον Νοέμβριο τού 1864,  δημοσιεύθηκε ο νέος οργανισμός της Σχολής των Ευελπίδων. Σύμφωνα με  αυτόν έγιναν δεκτοί προς φοίτηση νέοι ηλικίας 15-18 ετών, και υπαξιωματικοί (άλλα το μέτρο αυτό για τους υπαξιωματικούς ίσχυσε μόνο για το 1865 και καταργήθηκε κατόπιν).

     Ό  αριθμός των εισαγομένων κάθε χρόνο στη Σχολή δεν μπορούσε να υπερβεί τους 60.  Τα έτη σπουδών ήταν  έξη. Όλοι οι μαθητές παρακολουθούσαν, αρχικά, έναν  πρώτο κύκλο μαθημάτων γενικής μορφώσεως, αποτελούμενο  από τρεις τάξεις μονοετούς φοιτήσεως.  Μετά το  πέρας  των  τριών πρώτων ετών, όσοι μαθητές προορίζονταν για το Πεζικό και το Ιππικό παρακολουθούσαν ενός ακόμη έτους ειδικά μαθήματα και αποφοιτούσαν ως ανθυπασπιστές τού Όπλου, προαγόμενοι  μετά  διετία σε  Ανθυπολοχαγούς. Όσοι όμως προορίζονταν για τα τεχνικά Όπλα (και αυτοί ήταν  οι  περισσότεροι) παρακολουθούσαν τριετή συμπληρωματική  διδασκαλία και  αποφοιτούσαν ως ανθυπολοχαγοί του Μηχανικού ή Πυροβολικού.

     Ό  οργανισμός τού 1864 διατηρήθηκε για δύο περίπου χρόνια. Το 1866 δημοσιεύθηκε νέος πάλι οργανισμός:  με  αυτόν εισάγονταν στη Σχολή κατόπιν εξετάσεων  νέοι απόφοιτοι  της γ’ τάξεως Γυμνασίου. Ή διδασκαλία διαιρέθηκε σε γενική προπαιδευτική, με  διάρκεια τριών ετών, και σε ειδική εκπαίδευση δύο ετών. για να κριθή κανείς, από όσους είχαν υποστεί  τις απολυτήριες εξετάσεις, κατατάξιμος στο στρατό (στα διάφορα Όπλα ή Σώματα) ο νέος οργανισμός προέβλεπε ότι θα έπρεπε να λάβει τουλάχιστον ορισμένο μέσον  τινά αριθμόν δι’ όλα ομού τα μαθήματα, δεικνύοντα  την ικανότητα αυτού, λάβη  επίσης κατ’  ελάχιστον όρον και ίσον αριθμόν δι’ έκαστον των ειδικών μαθημάτων των αναγομένων εις τα διάφορα Όπλα.

      Τέλος, προς έλάττωσιν τού προσωπικού των Καθηγητών και  επομένως  λόγω οικονομίας, ή διδασκαλία των μαθημάτων ήδύνατο  να άνατεθή και εις  αξιωματικούς  κατέχοντας άλλας όργανικάς θέσεις εν τω Στρατώ. Και ο νέος όμως οργανισμός τού 1886 δεν ίσχυσε παρά μόνο για  ένα έτος.

      Τον Ιούλιο τού 1867 τα  μαθήματα διακόπηκαν μέχρις ότου θα δημοσιευόταν ο νέος οργανισμός. ‘Επειδή όμως ο νέος οργανισμός καθυστερούσε και οι Ευέλπιδες παρέμεναν σπίτι τους, ή  Κυβέρνηση Βούλγαρη, πού λίγο πριν είχε  αναλάβει την εξουσία, διέταξε την  επανάληψη των  μαθημάτων  τον Ιανουάριο  του  1868, με  βάση  τον οργανισμό  του 1864.

      Μέχρι του 1868 παρέμεινε ή στολή πού καθιερώθηκε το 1834 με   αρκετές βέβαια παραλλαγές.  Τότε έγινε ριζική μεταβολή στις στολές τού ‘Ελληνικού στρατού και καθορίσθηκε ή  στολή γαλλικού τύπου  της νεώτερης εποχής.  Για τον Εύελπι καθορίσθηκαν τα συμβολικά βυζαντινά χρώματα,  δηλαδή,  πηλίκιο, χιτώνιο, κλπ. με  χρώμα βαθύ κυανό και με  χρώμα πάντοτε τα κίτρινο για τα έπίρραφα, το περιλαίμιο, το λοφίο κ.λ.ττ., όπως περίπου τα σημερινά. Το ίδιο ακριβώς έγινε και για το άμττέχωνο, πού καθορίσθηκε το  1880.   Ή στολή αυτή του Ευέλπιδος παρέμεινε από τότε ή ίδια μέχρι σήμερα με  μικρές παραλλαγές, έκτος από τις εποχές 1916-1927 και 1945-1951 πού ήταν χρώματος χακί και του ιδίου τύπου με  των στρατιωτών.

     Από το 1869 έως το 1877 διοικητής της Σχολής διετέλεσε ο αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Χ. Ζυμβρακάκης, απόφοιτος της Σχολής του 1832 και επανειλημμένα Υπουργός των Στρατιωτικών και των Ναυτικών.

     Στο χαρακτήρα ήταν άτεγκτος, ευθύς και προσηλωμένος στο καθήκον.  Κατά το διάστημα της μακράς διοικήσεως του ή Σχολή πραγματοποίησε σημαντικές προόδους. Το 1870 δημοσιεύθηκε ο νέος οργανισμός, με  τον όποιο ή φοίτηση αυξήθηκε σε επτά έτη. Δεκτοί, κατόπιν εξετάσεων, ήταν απόφοιτοι τουλάχιστον του Σχολαρχείου ηλικίας 14-16 ετών. Ή εκπαίδευση χωρίσθηκε σε δύο περιόδους :

Το θεωρητικό τμήμα  διαρκείας 5 ετών (όπου διδάσκονταν οι φυσικομαθηματικές επιστήμες) και το τμήμα εφαρμογής διαρκείας 2 ετών  (για τη σπουδή των στρατιωτικών μαθημάτων). Ό αριθμός των Ευελπίδων ορίσθηκε σε 40 για την κάθε τάξη. Επιτρεπόταν όμως εισαγωγή επιτυχόντων καθ’ υπέρβαση, α όποιοι μετά την αποφοίτηση τους από  το θεωρητικό τμήμα ονομάζονταν πολιτικοί μηχανικοί, γεωμέτρες ή ελάμβαναν το  δίπλωμα του προλυτου των  Φυσικομαθηματικών και  μπορούσαν να ασκήσουν το επάγγελμα του Καθηγητή.

     Ή εκπαίδευση των πολιτικών μηχανικών στη Σχολή των Ευελπίδων εξακολούθησε έως το 1887, όταν ανέλαβε την εκπαίδευση τους το Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι δεν ήταν αυτή ή  μοναδική προσφορά της Σχολής στην τεχνική  ανάπτυξη της χώρας.  Κατά την ‘Οθωνική περίοδο και κατόπιν έως το 1887  όλα σχεδόν τα δημόσια έργα, καθώς και τα αξιολογότερα ιδιωτικά,έξετέλεσαν αξιωματικοί του Μηχανικού ή ελάχιστοι  αρχιτέκτονες, ξένοι και Έλληνες, πού είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό. Με τον ίδιο οργανισμό, του  1870, καθιερώνεται και ή εκπαίδευση στη Σχολή των Ευελπίδων,  των μελλοντικών αξιωματικών τού Ναυτικού. Το μέτρο αυτό είχε ισχύσει και παλαιότερα, από το  1834 έως το 1846. Ή εκ νέου  φοίτηση των  Δοκίμων στη Σχολή των Ευελπίδων εξακολούθησε έως τα 1884 όταν άρχισε να λειτουργεί ή Σχολή Δοκίμων, αρχικά έπη τού πολεμικού πλοίου Ελλάς και κατόπιν, από το 1905, στο κτήριο της τού  Πειραιά.

     Αφότου άρχισε να εφαρμόζεται ο οργανισμός τού 1870, ή Σχολή των Ευελπίδων άρχισε να προσεγγίζει  το πνευματικό  επίπεδο  πού είχε φαντασθεί  γι’ αυτήν ο  Καποδίστριας.  Συγχρόνως όμως, από την εποχή εκείνη, ή Σχολή άρχισε να γίνεται δυσπρόσιτη για τους πολλούς, εξαιτίας της μακράς και  επίπονης φοιτήσεως άλλα και των υπερβολικών διδάκτρων.

     Την εποχή εκείνη οι Ευέλπιδες κατέβαλαν ως δίδακτρα 1500-2000 χρυσές δραχμές το χρόνο, ποσό σημαντικό για την εποχή.

     Εκτοτε, όχι μόνο όσοι προορίζονταν για το στρατό άλλα και όλοι οι απόφοιτοι της Σχολής, μορφώνονταν με  εξαιρετική φροντίδα και διότι υπήρχε στρατιωτική πειθαρχία στη Σχολή και διότι οι μαθητές ήταν  ολιγάριθμοι.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ  ΠΑΝΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

Διαταγή Πάνου Κολοκοτρώνη
Διαταγή Πάνου Κολοκοτρώνη

Όσο  είναι  βάσιμο ότι από τότε πού άρχισε  να  εφαρμόζεται ο  οργανισμός τού  1870 ή  Σχολή των Ευελπίδων άρχισε, από πλευράς πνευματικού  επιπέδου,  να προσεγγίζει το ιδανικό του  Καποδίστρια, το ίδιο βάσιμο είναι ότι εκείνο πού δεν μπόρεσαν να ιδούν ο  Καποδίστριας και ο Πωζιέ (γιατί ήταν ακατόρθωτο την εποχή  τους) ευτύχησε  να το πραγματοποίηση μετά πενήντα ολόκληρα χρόνια ο  νέος διοικητής της Σχολής και παλαιός απόφοιτος της, Πάνος Κολοκοτρώνης.

     Η Διοίκηση του  κράτησε από τον ‘Ιούλιο τού 1881 έως τον ‘Ιούλιο τού 1885. Στο διάστημα αυτό ο  Κολοκοτρώνης όχι  μόνο συνέχισε  την αναδιοργάνωση της Σχολής με  βάση το επιστημονικά πρόγραμμα τού προκατόχου του Ζυμβρακάκη, άλλα επιπλέον,  με  την αυστηρή πειθαρχία πού επέβαλε, με  το ζήλο  και τη δραστηριότητα πού ανέπτυξε, κατόρθωσε  να βελτίωση τη λειτουργία της Σχολής, ώστε δικαιολογημένα ή εποχή του να θεωρείται μία από τις καλύτερες περιόδους της ζωής της Σχολής.

     Στο έργο της αναδιοργανώσεως τον βοήθησε και ή γενικότερη τότε κατάσταση  της  χώρας. Ή διοίκηση του συνέπεσε  με  την αναδημιουργική περίοδο της  πρώτης πρωθυπουργίας  τού Χαριλάου Τρικούπη (1882-1885). Τότε τέθηκαν οι βάσεις για τη συγκρότηση αξιόμαχου ‘Ελληνικού στρατού. Για πρώτη φορά καθιερώθηκε ή υποχρεωτική θητεία,  με  αποτέλεσμα να  τριπλασιασθεί – σε ειρηνική περίοδο – ή δύναμη τού Στρατού μας και να φτάσει τις 30 χιλιάδες.  Ψηφίσθηκε νέος συγχρονισμένος οργανισμός τού  Στρατού πού διατηρήθηκε  (με μικρές τροποποιήσεις) έως το  1904. Απαγορεύθηκε στους εν  ενεργεία αξιωματικούς να πολιτεύονται. Λειτούργησαν Σχολεία ανώτερων και κατώτερων στελεχών και  προσκλήθηκε. Γαλλική οργανωτική  αποστολή υπό  τον Στρατηγό Vosseur. Από τα Στρατιωτικά Σχολεία πού λειτούργησαν τότε Ιδιαίτερη σημασία είχε ή ίδρυση της Σχολής  των Υπαξιωματικών. Στη Σχολή αυτή φοίτησαν (κατόπιν εξετάσεων) υπαξιωματικοί του στρατεύματος και μετά διετείς σπουδές (αργότερα έγιναν τριετείς) κατατάσσονταν ως  ‘Ανθυπολοχαγοί στο Πεζικά και Ιππικό.

     Για να κατανοήσουμε τη σημασία της ιδρύσεως  της Σχολής ‘Υπαξιωματικών  αναφέρουμε ότι έως το 1882, όταν άρχισε ή λειτουργία της από τους 303 αξιωματικούς πού είχαν αποφοιτήσει από τη Σχολή Ευελπίδων σε διάστημα 50 και πλέον ετών είχαν καταταγεί ως ‘Ανθυπολοχαγοί και ‘Ανθυπασπιστές στο Μηχανικό 125, στο Πυροβολικό 107, στο Ναυτικό 20, στο Γεωμετρικό κλάδο  2, στο Πεζικό  35 και στο ‘Ιππικό 14. Δηλαδή στο Πεζικό, το κυριότερο Όπλο του Στράτου, κατατασσόταν ένας μορφωμένος Αξιωματικός κάθε δύο χρόνια. ΟΙ μεγάλες υπηρεσίες πού πρόσφερε ή Σχολή Υπαξιωματικών φάνηκαν στους Βαλκανικούς Πολέμους όταν, χάρη σ’ αυτήν,  το πεζικό διέθετε άριστους ανώτερους  και  κατώτερους αξιωματικούς. Παράλληλα με τα άλλα Σχολεία, ή προσπάθεια του Χαρ. Τρικούπη στράφηκε και  προς τη Σχολή των Ευελπίδων. Τον Ιούλιο του 1882 ψηφιζόταν από τη Βουλή ο νέος οργανισμός, πού είχε εκπονήσει ο Κολοκοτρώνης. Ο οργανισμός αυτός είχε τέτοια  επιτυχία ώστε όχι μόνο διατηρήθηκε χωρίς τροποποίηση έως τους Βαλκανικούς Πόλεμους, άλλα και αποτέλεσε πηγή εμπνεύσεως των μεταγενέστερων οργανισμών της Σχολής. Ή σπουδαιότερη καινοτομία του νέου οργανισμού ήταν ότι στο μέλλον θα γίνονταν δεκτοί στη Σχολή, κατόπιν αυστηρών εξετάσεων, μόνον απόφοιτοι Γυμνασίου: Ή απαίτηση  του απολυτηρίου του Γυμνασίου επέτρεψε την κατάργηση πολλών μαθημάτων στοιχειώδους εκπαιδεύσεως και,  κατά συνέπεια, την ελάττωση του χρόνου φοιτήσεως στη Σχολή, σε  πέντε χρόνια. Συγχρόνως έγινε δυνατό να προστεθούν μερικά ανώτερα μαθήματα και έτσι να υψωθεί ή στάθμη του εκπαιδευτικού προγράμματος. Οι απόφοιτοι κατατάσσονταν στα διάφορα Όπλα με  το βαθμό  τού Ανθυπολοχαγού.

      Ή  εισαγωγή επίσης  στη Σχολή  αποφοίτων Γυμνασίου (και  συνεπώς, νέων μεγαλύτερης ηλικίας) πού είχαν επίγνωση των καθηκόντων τους και των υποχρεώσεων τους, συνετέλεσε ώστε στο μέλλον ελάχιστοι από τους εισερχόμενους στη Σχολή απομακρύνονταν προτού τελειώσουν τις σπουδές τους.

     Παλαιότερα ούτε οι μισοί από τους κατατασσόμενους στη Σχολή δεν κατόρθωναν να παρακολουθήσουν μέχρι τέλους τις σπουδές προς ζημία της Υπηρεσίας άλλα και των ίδιων. Από τους 801 μαθητές πού συνολικά είσήλθαν στη Σχολή από την 1  ‘Ιουλίου 1828 έως τις 10 Νοεμβρίου 1882 (δηλαδή σε διάστημα 54 ετών από τότε πού Ιδρύθηκε ή Σχολή), εξήλθαν στο στράτευμα ως αξιωματικοί μόνον  303.

      Ανεξάρτητα  όμως από  το νέο οργανισμό, ή πολλαπλή δραστηριότητα του Πάνου Κολοκοτρώνη αποτελεί χαρακτηριστικό σταθμό της Σχολής,  γιατί δημιουργήθηκαν παραδόσεις, ενισχύθηκαν οι ρίζες  και συντελέσθηκε ή πλήρης διαμόρφωση  της Στρατιωτικής Σχολής  των  Ευελπίδων. Τότε πλουτίσθηκε και ή Βιβλιοθήκη της Σχολής, αγοράσθηκαν τοπογραφικές και λιθογραφικές εγκαταστάσεις και αναδιοργανώθηκαν το Χημείο και τα Μουσεία Φυσικής  και Πυροβολικού (πού ή λειτουργία τους είχε αρχίσει πολύ παλαιότερα).

                                            ΗΜΕΡΗΣΙΑ  ΔΙΑΤΑΓΗ

                ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΟΥ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

                                           ΤΟ 1881

      Ό υποφαινόμενος, Πάνος Θεοδώρου Κολοκοτρώνης αντισυνταγματάρχης του πυροβολικού, κληθείς δι’ Υψηλού Βασιλικού Διατάγματος της 25ης τ.μ. εις την διοίκησιν  της  Στρατιωτικής  Σχολής.

                                        Απαιτώ

     Ίνα άπαντες ανεξαιρέτως οι υπό την διοίκησιν μου, συναισθανόμενοι την τιμήν του επαγγέλματος τηρώσιν άπαρεγκλίτως τους κανόνας της πειθαρχίας. Ο,τι είναι δια τον Χριστιανόν το ιερόν Ευαγγέλιο είναι δια τον Στρατιώτην το Υ.Β. Διάταγμα ο Κανονισμός.

                                        Απαιτώ

     Ίνα οι βαθμολόγοι, διατάασοντες επί τη βάσει του καθήκοντος, ώσι δίκαιοι και αμερόληπτοι, επίμονοι, τιμωρώσι μετ  αύστηρότητος άνευ συγγνώμης όχι μόνον πάσαν παρεκτροπή, άλλα και την έλαχίστην ανακρίβεια. Ή αμείλικτος δ’ αύτη αύστηρότης δέον να έξοσκηται μετά ψυχραιμίας και ευπρεπείας αποκτούσης πάν το δυνάμενον να έκληφθή ως ύβρις ή περιφρόνησις. Καταμάθωσι τας Ιδιότητας των υποδεεστέρων και τιμώσιν αυτούς αναλόγως τούτων.  Άπαύστως έπιβλεπωσι τους υποδεεστέρους και κατά την υπηρεσία και έκτος ταύτης.

     Αι ήθικαί αρεταί των ανωτέρων ας έκπροσωπηθώσι δια της Ισχυράς ευγλωττίας του παραδείγματος.

                                            Απαιτώ

     Ίνα πάς υποδεέστερος,  μηδέποτε βουλευόμενος, έκτελή άδιστάκτως πάσας τας  διαταγάς των ανωτέρων τον, υφιστάμενος καρτερικώς πάσαν στέρησιν και κακουχία, έκτελή δ’ όχι μόνον μηχανικώς και ραθύμως τας διαταγάς,  άλλα ταχέως και προθύμως.

      Το παράστημα  των μαθητών έστω αρρενωπά άνευ υπεροψίας,  ή ενδυμασία καθαρά άνευ επιτηδεύσεως, τα ήθη ευπρεπή.

     ΕΙΣ τας μεταξύ  των μαθητών σχέσεις πρέπει να βασιλεύη το αίσθημα της Συναδελφότητος, όπερ αποτελεί τον ισχυρότερον δεσμόν της μεγάλης Στρατιωτικής  Οικογενείας.

      Οι υποδεέστεροι δι ευγενούς άμίλλης πρέπει να προσπαθώσι ν’  άποκτήσωσι την εμπιστοσύνη των ανωτέρων αυτών.

                                          ‘Ελπίζω

       Ότι πάντες Υμείς, συναισθανόμενοι τον  σκοπόν, δι’ ην τη ιδία υμών πρωτοβουλία κατετάχθητε, θέλετε διά της διαμορφώσεως ευσταθούς Στρατιωτικού χαρακτήρος, και δια μορφώσεως  της διανοίας και της επιμελείας, άποβήτε άξια όργανα της Διοικήσεως τού Στρατού.

     Ή ημέρα της προς ημάς επισήμου επισκέψεως κατά  τα κεκανονισμένα  των  Κυρίων Αξιωματικών, Καθηγητών και Διδασκάλων,  όρισθήσεται διά  νέας Ημερησίας Διαταγής  μου.

 

                                                          Π. Θ. Κολοκοτρώνης

                                                         Συνταγματάρχης  Πυροβολικού

ΤΑ  ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

      Τον ‘Ιούλιο τού 1885 τον Κολοκοτρώνη διαδέχθηκε  στη διοίκηση της Σχολής ο Συνταγματάρχης Πυροβολικού και παλαιός απόφοιτος της Σχολής Μάνος Θρασύβουλος. Ό Μάνος ήταν ένας από τους ικανότερους αξιωματικούς της εποχής του και διοίκησε τη Σχολή ως το  1894,  συνεχίζοντας το δημιουργικό έργο τού  προκατόχου του.

      ΟΙ βελτιώσεις πού Έγιναν στη Σχολή την εποχή  του Χαρίλαου Τρικούπη  και ή προσθήκη νέων Υπηρεσιών και εγκαταστάσεων είχαν ως αποτέλεσμα να γίνει ο μηχανισμός της Σχολής πιο πολυσύνθετός και, επομένως, τα κτήριο στον Πειραιά λιγότερο  κατάλληλο για τις ανάγκες της. Ή ανεπάρκεια τού κτηρίου έγινε ακόμη αίσθητότερη όταν ο αριθμός των  Ευελπίδων, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας και τού Νομού Άρτας, αυξήθηκε σημαντικά και έφθασε τους 160, όσους προέβλεπε και ο οργανισμός του 1882. ‘Επίσης ή πρόοδος των εφαρμοσμένων επιστημών  και οι νεώτερες διδακτικές μέθοδοι απαιτούσαν συστηματικές εφαρμογές σε Ιδιαίτερες αίθουσες και εργαστήρια πού, όπως ήταν φυσικό,  δε διέθετε το παλαιό οίκημα στον Πειραιά. Επιπλέον δε συνέτρεχε κανένας λόγος  να παραμένει ή Σχολή στον Πειραιά, αφού από  πολύ καιρό είχε παύσει να εκπαιδεύει τους  μέλλοντες αξιωματικούς του Ναυτικού. Επομένως στην κατάλληλη ώρα έφθασε ή μεγάλη δωρεά του Γεωργίου Αβέρωφ, χάρη στην οποία εξασφαλίσθηκαν οι αναγκαίοι πόροι για την ανέγερση, του συγκροτήματος για τη στέγαση της Σχολής.

     Κατά τη δεύτερη πρωθυπουργία του Χαριλάου Τρικούπη (1887-1890) αναζητήθηκε από αυτόν και βρέθηκε κατάλληλος χώρος για την ανέγερση του νέου κτηρίου της Σχολής.  Είναι ο τόπος κοντά  στο πεδίο του Άρεως,  όπου και τελικά ανεγέρθηκε και λειτουργούσε  μέχρι τη δεκαετία του 1980 (τώρα δικαστήρια).

Η ΣΧΟΛΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ

     Όταν  ο διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος, πού είχε φοιτήσει στη Σχολή επί πενταετία, ενηλικιώθηκε τον Νοέμβριο του 1886,  ο Γεώργιος Αβέρωφ του απέστειλε 100.000 δραχμές για  να τις διάθεση όπου νόμιζε καλύτερα. Ό Κωνσταντίνος κατέθεσε το ποσό στην ‘Εθνική Τράπεζα, έως  ότου, συμπληρωνόμενο, χρησιμοποιηθεί για την ανέγερση κτηρίου της Σχολής. Ό  Αβέρωφ μαθαίνοντας την ενέργεια του διαδόχου διέθεσε αμέσως άλλες 400.000  δραχμές και τελικά ανέλαβε εξολοκλήρου τη δαπάνη της ανεγέρσεως του νέου κτηρίου, πού ανήλθε σε 1.200.000 δραχμές.  Τα  σχέδια ήταν του αρχιτέκτονα Τσίλλερ, ενώ κατασκευαστής  ήταν ο εργολάβος  και μηχανικός Γουναράκης. Ή Σχολή θεμελιώθηκε τον  Μάιο του 1890 και τέσσερα χρόνια αργότερα υψωνόταν επιβλητικό, στο  Πεδίο του Άρεως,  το συγκρότημα των κτηρίων της Σχολής των  Ευελπίδων. Εκτός από το Διοικητήριο  της Σχολής, πού αποτελεί, με την αρχαϊκή και αρμονική πρόσοψη  του, ακόμη και σήμερα, ένα από  τα  ωραιότερα οικοδομήματα των ‘Αθηνών, κατασκευάσθηκαν δέκα μεγάλες οικοδομές (υπνωτήρια, εστιατόρια, αίθουσες διδασκαλίας, αναρρωτήριο κλπ.) σε συνολική έκταση 36.400  τ.μ.

     Το απόγευμα της 10 Σεπτεμβρίου 1894 οι Ευέλπιδες εγκατέλειψαν οριστικά το κτήριο στον Πειραιά, ανήλθαν με το σιδηρόδρομο  στην Αθήνα και με  επικεφαλής τη μουσική της  Φρουράς διέσχισαν την οδό Πατησίων και το Πεδίο του Άρεως υπό τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις του ‘Αθηναϊκού λαού, και έφθασαν στη νέα τους κατοικία, όπου τους υποδέχθηκαν ο Υποφρούραρχος και οι  Διοικητές των Μονάδων της Πρωτεύουσας. Τέσσερις ήμερες μετά την  εγκατάσταση των Ευελπίδων, το πρωί της  14 Σεπτεμβρίου 1894,  έγιναν τα επίσημα εγκαίνια.  Οι  εφημερίδες της εποχής περιέγραψαν  με  κάθε λεπτομέρεια τις εκδηλώσεις των εγκαινίων.

     Έως το  1922  ο γύρω από  τη  Σχολή χώρος ήταν ελεύθερος για τις ασκήσεις των Ευελπίδων.Εκτοτε  όμως, με  τα προσφυγικά παραπήγματα των ‘Ελλήνων  από τη Μικρά  ‘Ασία και με  τη συνεχή επέκταση της πόλεως, έγινε ακατάλληλος για τη λειτουργία στρατιωτικής σχολής.

      Από τότε  πού ή Σχολή εγκαταστάθηκε στην ‘Αθήνα έως τους Βαλκανικούς πολέμους, δεν επήλθε καμιά σημαντική μεταβολή στην  οργάνωση και τον τρόπο λειτουργίας της. Οι διοικητές της άλλαξαν επανειλημμένα. Σε ολόκληρο αυτό  το  διάστημα ίσχυε ο κανονισμός του  1882 με  επουσιώδεις μόνο τροποποιήσεις. Τα έτη φοιτήσεως ήταν πάντοτε πέντε και οι  Ευέλπιδες, απόφοιτοι του Γυμνασίου, κατατάσσονταν  κατόπιν αυστηρών εξετάσεων. Ή εκπαίδευση στη Σχολή ήταν εντατική. Στα  τρία πρώτα χρόνια οι Ευέλπιδες Διδάσκονταν πλήρως  τον κύκλο των θετικών επιστημών  (‘Ανώτερη Άλγεβρα, ‘Αναλυτική Γεωμετρία,  Παραστατική, Μηχανική  και Θερμοδυναμική, ‘Ανόργανη και ‘Οργανική Χημεία, Φυσική), ενώ τα υπόλοιπα δύο χρόνια,  στο τμήμα (όπως έλεγαν) εφαρμογής, Διδάσκονταν στρατιωτικά  μαθήματα με  τρόπο, κατά κανόνα,  θεωρητικό.  Ή πολεμική τέχνη διδασκόταν  χωρίς τακτικά θέματα, ή  οχυρωτική χωρίς εφαρμογές επί του εδάφους, ή  ιππασία με  δύο άλογα ρυταγωγούμενα κ.ο.κ. Στο τέλος κάθε έτους οι Ευέλπιδες έκαναν τοπογραφικές εφαρμογές και πορεία με  άσκηση Λόχου βάσει τακτικού θέματος.

      Ή Σχολή δεν  είχε δική  της  Σημαία. Οι ορκωμοσίες των  νέων Ευελπίδων καθώς και  των αποφοίτων  αξιωματικών γίνονταν χωρίς ιδιαίτερη τελετή. ‘Επίσης ορισμένες επέτειοι δεν τηρούντο στη Σχολή. Παρόλ’ αυτά ή Σχολή Ευελπίδων, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα  και την πρώτη  του  20οϋ, αποτέλεσε πρότυπο, για την εποχή εκείνη,  στρατιωτικού  και εκπαιδευτικού ιδρύματος.

      Ακόμα και στις δύσκολες εποχές της ‘Εθνικής δοκιμασίας, όπως ήταν ή περίοδος μετά τον πόλεμο του 1897, ή Σχολή Ευελπίδων κατόρθωσε όχι μόνο να λειτουργήσει ομαλά αλλά και να παρουσιάσει μια από τις καλύτερες εποχές της μέχρι τότε σταδιοδρομίας της, και αυτό τάρα το γεγονός ότι ή θέση του στρατού δεν ήταν Ιδανική αλλά και ούτε  οπλισμός και υλικό πολέμου προσφέρονταν. Τούτο οφείλεται κυρίως στην εξαιρετική -προσωπικότητα τού τότε  διοικητή της Συνταγματάρχη  Ν. Ζορμπά. Κατά το μακρό σχετικώς χρονικό διάστημα της διοικήσεως του, 1896-1906, ά Ζορμπάς αδιαφορώντας για ότι συνέβαινε έκτος της Σχολής, δίκαιος και με  τη βεβαιότητα ευτυχέστερων για τη χώρα μας ήμερων, προετοίμαζε τους στρατιωτικούς ηγήτορες πού, τόσο αποτελεσματικά, χρησιμοποιήθηκαν αργότερα κατά το διάρκεια των εθνικών μας αγώνων.                                  

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ  ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

     Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους ή Σχολή διέκοψε τη λειτουργία της επί έξι και πλέον μήνες.Το διοικητικό της προσωπικό και οι μαθητές επιστρατεύθηκαν και έλαβαν μέρος  στον πόλεμο.  Ευθύς ως έγινε γενική επιστράτευση κατατάχθηκαν στο στράτευμα,  με  Β.Δ. της  18-9-1912, οι εννέα μαθητές της τελευταίας τάξεως με  το  βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού και οι 41 της αμέσως κατώτερης τάξεως με  το βαθμό του Ανθυπασπιστού του Πεζικού. Μετά την λήξιν της επιστρατεύσεως, έγραφε το  Διάταγμα, οι  ανωτέρω θέλουσι εξακολουθήσει εκπαιδευόμενοι εν τω αύτω Σχολείω των Ευελπίδων προς άποπεράτωσιν των  σπουδών των και  όριστικήν κατάταξιν  εις τα διάφορα όπλα.

     Λίγες ήμερες αργότερα (25 Σεπτεμβρίου 1912) δημοσιεύθηκε διάταγμα με  το όποιο επιτρεπόταν ή κατάταξη στο Στρατό, με  το βαθμό του Λοχία, των Ευελπίδων των  δύο κατώτερων τάξεων υπό τον  όρο να  έχουν συμπληρώσει το 17 έτος της ηλικίας τους και να έχουν δώσει το νενομισμένο όρκο. Έκλειψάσης της ανάγκης, ανέφερε το διάταγμα, ούτοι επανέρχονται εις το Σχολείον προς έξακολούθησιν των σπουδών των.

     Με αυτόν τον τρόπο,  οι Ευέλπιδες των τεσσάρων τάξεων (της πρώτης τάξεως δεν είχαν ακόμη καταταγή) κατατάχθηκαν στο στράτευμα και έλαβαν  μέρος στους νικηφόρους βαλκανικούς πόλεμους. Σ’ αυτούς τους πολέμους έφονεύθηκαν  μαχόμενοι  ηρωικά ο Λοχίας  Εύελπις Σκαρλάτος Ρωσσέτης το 1912, και το  1913 ο Ανθυπολοχαγός Πεζικού Προκόπιος Προκοπάκης και οι ανθυπασπιστές  Ευέλπιδες Συμεών Μαλαμής και Αγγελος  Μήττας.

Η  ΣΧΟΛΗ  ΚΑΤΑ  ΤΗΝ  ΠΕΡΙΟΔΟ  ΤΟΥ  ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

     Ριζικές και  εντελώς χαρακτηριστικές μεταβολές έγιναν στη  διαμόρφωση και γενικά στο πρόγραμμα της ΣΣΕ το 1914. Σ’ αυτό βοήθησε ή πείρα των δύο νικηφόρων Βαλκανικών πολέμων και τα ενδεχόμενο ενάρξεως τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

     Με το Νόμο 344 του 1914 καταργήθηκε ή Σχολή Υπαξιωματικών και παρέμεινε μόνο το Σχολείο Ευελπίδων ως Παραγωγική Σχολή  ‘Αξιωματικών. Ή εκπαίδευση των Ευελπίδων έπρεπε να απλουστευθεί  και να καταστεί  λιγότερο θεωρητική και περισσότερο πρακτική. Με το  πνεύμα αυτό καταρτίσθηκε ο νέος οργανισμός της Σχολής πού κυρώθηκε με  το Β. Διάταγμα της 5-2-1915.  Με τον  οργανισμό αυτό έγιναν δεκτοί ως υποψήφιοι όχι  μόνο Ιδιώτες άλλα και οπλίτες ηλικίας 17-22 ετών, πού είχαν απολυτήριο Γυμνασίου και τα απαιτούμενα λοιπά προσόντα. Ή διάρκεια της φοιτήσεως ορίσθηκε διετής και οι μεν οπλίτες πού συμπλήρωναν δεκάμηνη υπηρεσία κατατάσσονταν στην  1η τάξη της Σχολής, οι δε υπόλοιποι οπλίτες και ιδιώτες  κατατάσσονταν σε Ιδιαίτερο  λόχο υποψηφίων  Ευελπίδων, στον όποιο ή  φοίτηση ήταν δεκάμηνη, για να υποστούν την  αναγκαία στρατιωτική  προπαίδευση.

     Εκείνοι πού αποφοιτούσαν με  επιτυχία από το λόχο αυτό κατατάσσονταν στην 1η τάξη της Σχολής, όπου μαζί με  τους οπλίτες εκπαιδεύονταν στα γενικά και στρατιωτικά μαθήματα για δύο χρόνια.  Ό προπαρασκευαστικός  λόχος  των υποψηφίων Ευελπίδων  λειτούργησε  για  πρώτη  φορά επί ένα χρόνο στην Κέρκυρα και μετά στην ‘Αθήνα, άλλα καταργήθηκε το 1920 και από τότε ως το 1926 ή φοίτηση στη Σχολή έγινε τριετής.

     Οι μαθητές πού αποφοιτούσαν από τη  2η τάξη  κατατάσσονταν στο  όπλο πού διάλεγαν, έκτος από εκείνους τους οπλίτες πού είχαν καταταγεί απευθείας στη ν πρώτη τάξη. Αυτοί  κατατάσσονταν στο  όπλο από το όποιο προέρχονταν. ‘Εξερχόμενοι ως ‘Ανθυπολοχαγοί είχαν την  υποχρέωση, κατά το δεύτερο έτος της εξόδου τους από τη Σχολή, να φοιτήσουν στο  Σχολείο  εφαρμογής του όπλου τους, όπου και ρυθμιζόταν τελικά ή οριστική σειρά αρχαιότητας.

     Άλλη μεταβολή, μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, είναι ή  αύξηση του αριθμού των εισαγομένων μαθητών.  Κατά τα έτη 1913-1914 εισήλθαν τόσοι Ευέλπιδες όσοι δεν είχαν εξέλθει κατά τα 50 πρώτα έτη της λειτουργίας της. Επίσης αυξήθηκε και ο αριθμός αυτών πού εισήλθαν τα δύο επόμενα έτη. Το 1918 δεν εισήλθαν ιδιώτες και από τότε έως το 1935 ο αριθμός των εισαγομένων κυμαινόταν μεταξύ 50-150 μαθητών.

     Κατά τη διάρκεια της  Μικρασιατικής εκστρατείας οι εξερχόμενοι από τη Σχολή αξιωματικοί στέλνονταν αμέσως στο μέτωπο. Ή τάξη τού 1922 έφθασε στην  Μικρά Ασία λίγο πριν από την κατάρρευση  του  μετώπου.  Μέγιστη  ήταν ή  συμβολή της Σχολής των  Ευελπίδων στην πολεμική περίοδο  1912-1922. Σε σύνολο 1200 αξιωματικών,  πού υπηρετούσαν στο Στρατό και προέρχονταν από τη Σχολή, σκοτώθηκαν 122. Ή συμβολή δηλαδή της Σχολής σε αίμα στο παραπάνω διάστημα υπερέβη το 10%  των μαθητών.

     Το 1926  ή  φοίτηση στη Σχολή έγινε τετραετής. Ή εκπαίδευση  πού παρέχεται από τότε αποτελεί επιτυχή  συγκερασμό παλαιότερων και νεώτερων αντιλήψεων.   ‘Εξακολούθησε να παρέχεται πρωταρχικά ή στρατιωτική και πρακτική εκπαίδευση πού είχε εισαχτεί με τον οργανισμό του  1915. Παράλληλα παρεχόταν και σημαντική θεωρητική  εκπαίδευση. Έτσι προάχθηκαν διάφορα μαθήματα θεωρητικής φύσεως, Ιδίως ανώτερα μαθηματικά  πού είχαν περιορισθεί  στο ελάχιστο κατά την πολεμική περίοδο. Με τον από 2/9/1925 οργανισμό της Σχολής ιδρύθηκαν έδρες για ορισμένα επιστημονικά μαθήματα ισότιμες προς τις έδρες τού Πολυτεχνείου. Αυτές όμως καταργήθηκαν με  το από 24/10/1931 Προεδρικό διάταγμα και διορίσθηκαν στρατιωτικοί καθηγητές για τα μαθήματα  αυτά.

     Τον  Δεκέμβριο του 1928, έπι διοικήσεως του ‘Υποστρατήγου Γ.  Σουλιώτη, εορτάσθηκαν με  επισημότητα τα 100 χρόνια της Σχολής και ή Ακαδημία Αθηνών, για να  τιμήσει την προσφορά της Σχολής προς το Έθνος, απένειμε στη Σχολή χρυσό μετάλλιο με   την ακόλουθη αφιέρωση :

sse-akadimia-athnon-1928ΕΔΥΣ 202131

     Επί όλόκληρον εκατονταετία άόκνως και φιλοτίμως εργαζομένη προσέφερε προς την πατρίδα αποδεδειγμένως υπέροχους  υπηρεσίας παρασκευάζουσα άξιους ύπερασπιστάς αυτής και εμπνευσμένους ‘Αρχηγούς των στρατευομένων τέκνων της.

                                ‘Αθήναι τη 1η ‘Ιουλίου 1931

                         Εν ονόματι του Προέδρου της Δημοκρατίας

                            Ό επί των Στρατιωτικών ‘Υπουργός

                                   Γ. ΚΑΤ Ε Χ ΑΚΗ Σ

                                       Ό Πρόεδρος

                                  ΕΛ. Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

     Τότε ανεγέρθηκε  στην κεντρική πλατεία της Σχολής, από πεντελικό μάρμαρο, το απέριττο  Ηρώο των ‘Αξιωματικών που έπεσαν  στους πολέμους, και από τότε ή πλατεία  αύτη ονομάζεται Πλατεία Ηρώου.

     Το μνημείο φιλοτέχνησε  ο γλύπτης Δ. Γ. Παπαγιάννης. Εμπρός  φέρει  ανάγλυφη  τη φτερωτή Δόξα και κεφαλή Μέδουσας, δύο οβίδες, είναι δε γραμμένη ή φράση ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ  ΤΩΝ ΥΠΕΡ  ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ και  οι χρονολογίες 1897, 1912-13, 1916-18, 1919-22, 1940-44  και 1946-49.

     Στην πίσω όψη  φέρει πάλι ανάγλυφη τη Δόξα και χαραγμένους τους στίχους

              ΤΕΘΝΑΜΕΝΑΙ  ΓΑΡ ΚΑΛΟΝ ΕΝΙ ΠΡΟΜΑΧΟΙΣΙ ΠΕΣΟΝΤΑ

                       ΑΝΔΡ’ ΑΓΑΘΟΝ ΠΕΡΙ Η ΠΑΤΡΙΔΙ ΜΑΡΝΑΜΕΝΟΝ,

από αρχαία  ελεγεία του Τυρταίου.

     Κατά τα έτη 1930-1934, όταν ήταν Διοικητής ο Υποστράτηγος Γ. Δελαγραμμάτης, έκτος από την -προσπάθεια για την καλύτερη πνευματική, κοινωνική και στρατιωτική μόρφωση των Ευελπίδων, καταβλήθηκε  προσπάθεια  ιστορικού και  εθνικού  περιεχομένου. ‘Ιδρύθηκε μέσα στη Σχολή, κατ συγκεκριμένα στις αίθουσες του άνω ορόφου του Διοικητηρίου, το πρώτο και μοναδικό στη ν ‘Ελλάδα Στρατιωτικό  Μουσείο (1932). Σ’ αυτά εκτέθηκαν με  κατάλληλο τρόπο πολεμικές σημαίες,  Ιστορικά κειμήλια, έγγραφα και εθνικά ενθύμια, συνδεδεμένα με  την Ιστορία της Σχολής και γενικότερα με  την Ιστορία και τα πολεμικά κατορθώματα  του  Στρατού μας.

     Σε ιδιαίτερες αίθουσες τακτοποιήθηκε και συμπληρώθηκε το Μουσείο Πυροβολικού πού τα  εκθέματα του  είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται από την εποχή τού Πάνου Κολοκοτρώνη. Μεταξύ των άλλων περιελάμβανε μια σπουδαία συλλογή 300 όπλων από τον 17ο αιώνα και ύστερα.

     Στις αίθουσες των Επάθλων, των Αναμνήσεων, Τιμής και Τελετών έκτος από τα έπαθλα και τις τιμητικές διακρίσεις, με  τις οποίες κατά καιρούς είχε τιμηθεί ή  Σχολή, τα εθνικά κειμήλια και ενθύμια, εκτέθηκαν πίνακες και χάρτες της πολεμικής Ιστορίας της νεώτερης ‘Ελλάδος.

     Το Μουσείο της Σχολής πλουτίσθηκε και με   δωρεές. Έκτος των άλλων εξαίρετες ήταν οι δωρεές του Άντ. Μπενάκη, πού  περιελάμβαναν παλιές πανοπλίες και  σπάνιους πίνακες ζωγραφικής (του Ντέ Νεβίλ, του Ροϊλού κ.ά.)

     Η βιβλιοθήκη της Σχολής επίσης πλουτίσθηκε  με  νέες σύγχρονες εκδόσεις Στρατιωτικής  και Πολεμικής Τέχνης, ‘Ιστορίας, Φιλοσοφίας,  Φιλολογίας κ.λ.π.,  ελληνικές και   ξένες.

     Το λεύκωμα πού εκδόθηκε επί διοικήσεως του υποστρατήγου Δελαγραμμάτη,  δίνει παραστατική εικόνα της  αξίας και του πλούτου της βιβλιοθήκης και του Μουσείου της Σχολής πού,  όπως θα δούμε στο σχετικό κεφάλαιο, δυστυχώς άρπαξαν  και κατέστρεψαν οι κομμουνιστές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στο Δεκεμβριανό κίνημα του 1944.

     Για να είναι κοινή ή  προέλευση των αξιωματικών αποφασίσθηκε ή κατάργηση της Σχολής των Υπαξιωματικών και από το  1935 άρχισε ή εισαγωγή στη Σχολή Ευελπίδων  ιδιωτών και  μονίμων υπαξιωματικών  τού Στρατού, αποφοίτων του  Γυμνασίου.

     Από το 1936 άρχισε ή συντονισμένη προσπάθεια για την ενίσχυση  των Ένοπλων Δυνάμεων της χώρας μας. Οι ανάγκες για στελέχη αυξήθηκαν και για την αντιμετώπιση των αναγκών αυτών, αφενός  μεν περιορίσθηκε ο χρόνος της  φοιτήσεως στη Σχολή σε 3 χρόνια (και έτσι το 1937 αποφοίτησαν δύο τάξεις, ή τάξη  τού 1937α τετραετούς φοιτήσεως και ή τάξη τού 1937β τριετούς φοιτήσεως), αφετέρου δε αυξήθηκε ο αριθμός των εισαγομένων στη Σχολή. Κατά την εφαρμογή του προγράμματος τριετούς φοιτήσεως καταβλήθηκε προσπάθεια να διατηρηθούν όλα σχεδόν τα θεωρητικά μαθήματα της τετραετούς φοιτήσεως  και συγχρόνως να παρασχεθεί ή αναγκαία στις νέες συνθήκες  στρατιωτική και πρακτική εκπαίδευση. Όπως ήταν φυσικό,  το πρόγραμμα της Σχολής έγινε βαρύτερο  και με  δυσκολία μπορούσε να  αποδώσει  τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

      Τα σχετικά με  τη λειτουργία της Σχολής ρυθμίσθηκαν με  διάφορους νόμους έως τη δημοσίευση τού ύπ’ αριθ. 351 νέου οργανισμού της Σχολής των Ευελπίδων (Β.Δ. 24/6/1940). Ό οργανισμός αυτός διατήρησε την τριετή  φοίτηση και όριζε την εισαγωγή στη Σχολή με  εξετάσεις, Ιδιωτών ηλικίας 17-21 ετών,  εθελοντών και  μονίμων Υπαξιωματικών  μέχρι  26  ετών, όλων αποφοίτων Γυμνασίου. Ή κατανομή στα διάφορα όπλα  αυτών πού αποφοιτούσαν με  επιτυχία από τη Σχολή γινόταν ανάλογα με  τις  προτιμήσεις τους  και τη  σειρά επιτυχίας τους σε  κάθε δεκαπεντάδα. Ό οργανισμός αυτός τροποποιήθηκε με  το από 26/9/1940 Β.Δ.  πού όριζε ότι για την προαγωγή των Ευελπίδων ήταν απαραίτητο να πετύχουν το μέσο όρο 12 σε ειδική για κάθε τάξη ομάδα μαθημάτων.

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ 1940-1941

     Το Ιταμό τελεσίγραφο των Ιταλών προς τη χώρα μας και ή έναρξη της επιθέσεως των ‘Ιταλικών δυνάμεων πού βρίσκονταν στην ‘Αλβανία εναντίον των ιδικών μας το πρωί της 28ης ‘Οκτωβρίου 1940, ξεσήκωσε το Έθνος σε πολεμικό συναγερμό.  Τα πρώτο  λιτό πολεμικό ανακοινωθέν του  Ελληνικού  Γενικού Στρατηγείου, «Ίταλικαΐ στρατιωτικοί δυνάμεις προσβάλλουν από της 5.30′ π.μ. σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ‘Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ήμέτεραι δυνάμεις αμύνονται  τού πατρίου εδάφους», πού αποτέλεσε και την πρώτη είδηση  για την έναρξη τού πολέμου, έγινε δεκτό από τους Ευέλπιδες με  ζητωκραυγές, πολεμικές ιαχές και ακράτητο ενθουσιασμό. Την ίδια ήμερα, σύμφωνα με   το σχέδιο της επιστρατεύσεως, οι Ευέλπιδες της 3ης τάξεως ονομάσθηκαν Ανθυπολοχαγοί και αναχώρησαν για τις μονάδες  τους, ενώ οι  Ευέλπιδες της 2ας τάξεως ονομάσθηκαν Ανθυπασπιστές και αναχώρησαν για τα έμπεδα. Στους Ευέλπιδες της 1ης τάξεως δόθηκε αόριστη άδεια, ανακλήθηκαν όμως στις 20 Νοεμβρίου για να συνεχίσουν την εκπαίδευση τους στη Σχολή.

     Ή ‘Ελληνική ορμή θριάμβευσε στα Ηπειρωτικά βουνά. Οι νίκες του στρατού μας  διαδέχονταν ή μία την άλλη και μοναδικός πόθος των Ευελπίδων, πού εξακολουθούσαν τις σπουδές τους στη Σχολή, ήταν να σταλούν στο μέτωπο και να πολεμήσουν στο πλευρό των παλαιότερων συναδέλφων τους.

     Ή Γερμανική όμως  επίθεση  της 6ης Απριλίου 1941 ανέτρεψε την κατάσταση. Οι  λίγες ‘Ελληνικές δυνάμεις των οχυρών της γραμμής Μεταξά, μετά από σύντομο αλλά ηρωικό αγώνα, κατέθεσαν τα όπλα, αφού προηγουμένως οι Γερμανικές μηχανοκίνητες φάλαγγες είχαν ανατρέψει εύκολα την αντίσταση των Νοτιοσλάβων και ξεχυθεί στα νώτα των ‘Ελλήνων. Κατόπιν ανατράπηκε και ή αντίσταση των λίγων ‘Ελληνοβρετανικών δυνάμεων στην τοποθεσία Βέρμιο-Στενά Κλειδιού  και Γερμανικές δυνάμεις, χωρίς πλέον σοβαρή αντίσταση, προχώρησαν προς το εσωτερικό της χώρας απειλώντας τα νώτα τού στρατού πού μαχόταν στην Βόρειο Ήπειρο.

     ΟΙ 320 πρωτοετείς Ευέλπιδες, πού εξακολουθούσαν την εκπαίδευση τους στη Σχολή, ζήτησαν τότε να συγκροτήσουν ένα λόχο και να σταθούν στις Θερμοπύλες και, ως άλλοι τριακόσιοι τού Λεωνίδα, να προτάξουν τα στήθη τους στους επιδρομείς. Ή αίτηση όμως δεν έγινε δεκτή και καθώς οι Γερμανικές δυνάμεις πλησίαζαν στην ‘Αθήνα και ή Σχολή, μέσα στο χάος πού επικρατούσε, είχε αφεθεί στην τύχη της, χωρίς διαταγές, μίλησε ή παλαιά ενός  και πλέον αιώνα παράδοση. Οι  Ευέλπιδες με  την έγκριση ορισμένων αξιωματικών της Σχολής αποφάσισαν να μην παραδοθούν στο εχθρό, άλλα παίρνοντας τη Σημαία της Σχολής και τα όπλα τους να αναχωρήσουν στην Πελοπόννησο και από εκεί στην Κρήτη για να συνεχίσουν τον αγώνα.

      Τη νύκτα της 23ης προς την 24η ‘Απριλίου ομάδες ένοπλων Ευελπίδων βγήκαν στους δρόμους της Αθήνας και έπίταξαν  περίπου 20 αυτοκίνητα, όσα μπόρεσαν, πού όμως ήταν ανεπαρκή.  Τα υπόλοιπα 7 συμπληρώθηκαν με  αυτοκίνητα του ‘Ερυθρού Σταυρού όπου τηλεφώνησαν οι Ευέλπιδες, ότι πρέπει να στείλει στη Σχολή  όλα τα διαθέσιμα αυτοκίνητα του για τη μεταφορά στα νοσοκομεία μαθητών πού είχαν δήθεν πάθει δηλητηρίαση από ακατάλληλη τροφή. ΟΙ 320 Ευέλπιδες επιβιβάσθηκαν στα αυτοκίνητα με  τη Σημαία  της  Σχολής, παίρνοντας ως οπλισμό παλαιά τυφέκια Μάουζερ ύπδ. 1870, δύο οπλοπολυβόλα παλαιού τύπου και αριθμό χειροβομβίδων, και στις 04.00  της 24ης Απριλίου αναχώρησαν για την Πελοπόννησο.  Ή πορεία της φάλαγγας ήταν εξαιρετικά δύσκολη.  Ή Γερμανική αεροπορία βομβάρδισε επανειλημμένα τη  φάλαγγα,  ευτυχώς χωρίς απώλειες .

      Το απόγευμα της 26ης  ‘Απριλίου ή  φάλαγγα έφθασε στο χωριό Τάραψα εμπρός από το Γύθειο. Οι κάτοικοι της περιοχής  υποδέχθηκαν με  συγκινητικές εκδηλώσεις τους ηρωικούς Ευέλπιδες, προσφέροντας σ’ αυτούς ότι μπορούσε ο καθένας. Τη νύκτα της ίδιας ημέρας οι Ευέλπιδες επιβιβάσθηκαν σε δύο μικρά βενζινόπλοια και ξεκίνησαν για την Κρήτη, αφού αναγκάσθηκαν λόγω της τρικυμίας και των βομβαρδισμών της Γερμανικής αεροπορίας να διακόψουν προσωρινά στα Κύθηρα, όπου οι κάτοικοι τους υποδέχθηκαν με  συγκινητικές επίσης εκδηλώσεις. Τελικά, το πρωί της 28ης  αποβιβάσθηκαν  στο χωριό Κολυμπάρι της Κρήτης,  24 χιλιόμετρα δυτικά από τα Χανιά, και εγκατέστησαν τον καταυλισμό τους δίπλα στη μονή Γωνίας Κισσάμου πού ήταν κοντά στο χωριό.

      Τότε οι ραδιοσταθμοί άρχισαν να σχολιάζουν το γεγονός.

      To B.B.C. στην εκπομπή της 30 4 41,  ώρα 09.15, ανέφερε τα έξης:  «Τους μαχητάς της Κρήτης ήλθον να ενισχύσουν και 300 Ευέλπιδες με  τους ‘Αξιωματικούς των, οι  όποιοι μετά ένδοξον πορείαν μέσω Πελοποννήσου και εις πείσμα των Γερμανών, οι όποιοι επεδίωξαν (χωρίς να το επιτύχουν) την καταστροφήν των,  κατέχουν  από σήμερα θέσιν εις τας επάλξεις  του Φρουρίου  Κρήτης

Ανάλογη ήταν και ή εκπομπή της Μόσχας της 2-5-41 (ώρα 10.20) :  «Ή ψυχή των ηρώων της αρχαίας ‘Ελλάδας δεν έλειψε κι  από τους σύγχρονους Έλληνες. Μετά την ‘Αλβανία και τα οχυρά, ή Κρήτη θα δώση το τελευταίο χτύπημα εις τους Ναζήδες τον Χίτλερ.  Τα παλληκάρια της, εκείνα που φθάνουν  καθημερινά  από την  ‘Ελλάδα στην Κρήτη, θα  πολεμήσουν  αποφασιστικά αν ο Χίτλερ τολμήση να κτυπήση  εκεί…300 Ευέλπιδες πέρασαν από την ‘Ελλάδα στην Κρήτη με  την απόφαση να θυσιαστούν, αλλά να μην αφήσουν να περάση ο εχθρός στη στερνή ελεύθερη γη….»

     Ομοίως  ο πρεσβευτής της ‘Ελλάδας, στο Λονδίνο Δ. Κακλαμανος προέβη την  1η Μαΐου  1941 και ώρα 21.15  στο κατωτέρω ραδιοφωνικό σχόλιο : «Οι ήρωες των Θερμοπυλών, Μαραθώνας και Σαλαμίνος δεν ήτο δυνατόν να μείνουν και σήμερον χωρίς μιμητός,  αντάξιους απογόνους. Το παράδειγμα των 300 Ευελπίδων πού παρά την άντίδρασιν της διοικήσεως των έφυγαν σαν πουλιά από το κλουβί των, μαζί με την ένδοξη σημαία των για την Κρήτη και έφθασαν τώρα σίγουρα εκεί για να συμβάλουν με τις δυνάμεις των στην άμυνα της νήσου, θα πείση ασφαλώς τον Χίτλερ πώς αν ποτέ τολμήση ως εκεί, αϊ όρδαί του θα συντριβούν, όπως και του Ξέρξου, από την αλύγιστη δύναμη των νεωτέρων ‘Ελλήνων. Γιατί σαν τους αδάμαστους 300 Ευέλπιδες έχει πολλούς, έχει χιλιάδες το φρούριο της Κρήτης, νέους, γέρους, γυναίκες, παιδιά, μυριάδες ολόκληρες, πού θα αποδείξουν,  όπως και στον γκάγκστερ συνεταίρο του στα βουνά της Ηπείρου και στον ίδιο ακόμη χθες στα  οχυρά της Μακεδονίας, πώς οι νέοι Έλληνες γνωρίζουν το  ίδιο όπως και οι αρχαίοι πρόγονοι των να  δημιουργούν  στους βαρβάρους επιδρομείς Μαραθώνες, Σαλαμΐνες, Πλαταιές.»

     Από την επόμενη ήμερα άρχισε ή εκπαίδευση των  Ευελπίδων με την προοπτική να πλαισιώσουν τις μονάδες της Μεγαλονήσου, ενώ ανέλαβε τη διοίκηση της Σχολής στην Κρήτη ο αντισυνταγματάρχης  Π.  Κίτσος.  Ή προοπτική όμως αυτή δεν εκπληρώθηκε. Το πρωί της 20ής Μαΐου ο  γαλανός ουρανός  της Μεγαλονήσου   γέμισε από Γερμανούς  αλεξιπτωτιστές, πού  έπεσαν  να καταλάβουν το  αεροδρόμιο Μάλεμε.  Όπως ήταν φυσικό, οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές κινήθηκαν  προς τα υψώματα  πού κατείχαν οι Ευέλπιδες και πού δέσποζαν στο αεροδρόμιο. Μετά από λίγο άρχισε ή μάχη άλλ’ ο αγώνας ήταν άνισος. Οι  Ευέλπιδες με  όπλα Μάουζερ παλαιού τύπου, πού έβαλαν βολή κατά βολή, και  δύο οπλοπολυβόλα επίσης παλαιού τύπου, πού αχρηστεύθηκαν με  τις πρώτες ριπές, αγωνίζονταν εναντίον των εκπαιδευμένων Γερμανών αλεξιπτωτιστών, πού ήσαν εφοδιασμένοι με αυτόματα και υποστηρίζονταν από τη Γερμανική αεροπορία, που σφυροκοπούσε τα πάντα. Στη διάρκεια της μάχης υπήρξαν τραυματίες, ενώ σκοτώθηκαν οι Ευέλπιδες Ίατρούλης Νικ., Ίατρίδης Κ. και Κουβελίδης Γ . Έως τη νύκτα οι Γερμανοί κατέλαβαν το αεροδρόμιο. Μετά από αυτό και μέσα στην ίδια  νύκτα οι Ευέλπιδες πέρασαν απαρατήρητοι τις Γερμανικές γραμμές και κινήθηκαν αρχικά προς τα Λευκά Όρη με την ελπίδα να διαφύγουν στη Μ. ‘Ανατολή και να συνεχίσουν εκεί τον αγώνα.

     Άρχισε μια εξαντλητική πορεία μέσα από τις απόκρημνες διαβάσεις των Λευκών ορέων, πού διάρκεσε οκτώ ήμερες.  Πριν από τα Σφακιά ο Διοικητής της Σχολής συγκέντρωσε τους Ευέλπιδες και, αφού τους ανακοίνωσε ότι δεν υπάρχει πλωτό μέσο για να φύγουν από την  Κρήτη, προσέθεσε ότι  σύμφωνα με τις οδηγίες της Κυβερνήσεως  από τη στιγμή εκείνη ή Σχολή διαλύεται  και κατέληξε :  Με τη βοήθεια του Θεού, ο καθένας ας φροντίσει πλέον για τον εαυτό του……

     ΟΙ Ευέλπιδες, αφού  έκρυψαν σε ασφαλές μέρος τη Σημαία της Σχολής, διαλύθηκαν. Στο οροπέδιο εκείνο των Σφακιών τη νύκτα της 25ης Μάιου είχε παιχτεί ή τελευταία πράξη του επικού δράματος, Ή έξοδος της Σχολής  των Ευελπίδων προς την Κρήτη. ‘Αλλ’ αν ο πόλεμος είχε τελειώσει για τη Σχολή ως σύνολο στα οροπέδιο των Σφακιών, οι  Ευέλπιδες χωρισμένοι εξακολούθησαν τον αγώνα.Μερικοί διέφυγαν στη  Μέση  ‘Ανατολή,  άλλοι παρέμειναν  στην Κρήτη  και πλαισίωσαν τις ανταρτικές ομάδες κατά των  Γερμανών, οι περισσότεροι δε αφού επέτρεψαν  στα Χανιά  συνελήφθηκαν αιχμάλωτοι από τους  Γερμανούς, πού τους μετέφεραν στον Πειραιά. Εκεί τους επισκέφθηκε εκπρόσωπος της Γερμανικής Στρατιωτικής  Διοικήσεως, πού τους ανακοίνωσε ότι ο πόλεμος έληξε γι  αυτούς και τους άφησε ελεύθερους.  Οι Ευέλπιδες συντεταγμένοι πήγαν σε παρακείμενο οικόπεδο και αφού έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο και τον Υμνο του Ευέλπιδος διαλύθηκαν.

      Τον ‘Οκτώβριο του 1945, μετά την απελευθέρωση της χώρας, ή Σημαία της Σχολής μεταφέρθηκε από την Κρήτη στην Αθήνα και παραδόθηκε  με  πρωτόκολλο στο Πολεμικό Μουσείο.

       Τα Β Δ. πού ακολουθούν, και με  τα όποια ή Σημαία της Σχολής των Ευελπίδων τιμήθηκε με  τον  Πολεμικό Σταυρό Α’ τάξεως και τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας, δίνουν λιτά και παραστατικά  το νόημα της λαμπρής διαγωγής των 300 Ευελπίδων στην κρισιμότατη εκείνη περίοδο του  Έθνους.

Ε.Δ.Υ.Σ.  273/1943 . Β.Δ. 11/9/43

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  Β

Βασιλεύς  των  ‘Ελλήνων

     Προτάσει τον ‘Ημετέρου επί των Στρατιωτικών Υπουργού και έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις τον υπ’ αριθ. 2646/40 Α.Ν.  περί ηθικών αμοιβών διά διακεκριμένος πράξεις, ως  και είσηγητικην εκθεσιν του  αυτού  Υπουργού,

                                ‘Απεφασίσαμεν  και Διατάσομεν

                                    ΑΠΟΝΕΜΟΜΕΝ

      Τον Πολεμικόν Σταυρόν Α’ τάξεως εις την Πολεμικην Σημαίαν της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων, περί ην συσπειρωθέντες  ‘Αξιωματικοί  και Ευέλπιδες και εμπνεόμενοι υπό  ταύτης έξεπλήρωσαν άξιεπαίνως  το προς την Πατρίδα καθήκον μέχρι λήξεως τον αγώνος εν Κρήτη.

      Εις τον αυτόν Υπουργόν άνατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν τον παρόντος Διατάγματος.

                              Κάΐρον  τη  11η Σεπτεμβρίου 1943

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Βασιλεύς των ‘Ελλήνων

     Προτάσει του Ημετέρου επί των Στρατιωτικών Υπουργού και έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις του υπ’ αριθ. 2646/40 Α.Ν.  Περί  ηθικών αμοιβών διά διακεκριμένος πράξεις, το  ΰπ  αριθ. 23/41 Ν.Δ.

Περί τροποποιήσεως των περί  ηθικών αμοιβών διατάξεων,  ως  και είσηγητικην  εκθεσιν  του αυτού Υπουργού,

                                Απεφασίσαμεν και Διατάσομεν

                                       ΑΠΟΝΕΜΟΜΕΝ

     Τον Ταξιάρχην του Αριστείου ‘Ανδρείας εις την Σημαίαν  της  Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων διά την ήρωΐκήν δράσιν  των 300 Ευελπίδων, οίτινες ου μόνον υπό  μυρίας δυσχέρειας διεπεραιώθησαν εις Κρήτην κατά τον ‘Απρίλιον τον 1941, άλλα και σνγχροτηθέντες εις Τάγμα έλαβον  μέρος κατά  τας επιχειρήσεις αποβάσεων των Γερμανών και τας μετέπειτα τοιαύτας μέχρι πέρατος τον αγώνος  εν  τη Νήσω έπιδείξαντες, παρά τας  σοβαράς  απώλειας  των, άκατάβλητον  πολεμικόν μένος,  άπαράμιλλον αύτοθυσίαν και  ήρωϊσμόν.

Αθήναι τη  18η Δεκεμβρίον 1945

Έν ονόματι  του Βασιλέως

Ό Άντιβασιλευς

t Ό Αθηνών  ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Η  ΣΧΟΛΗ ΜΕΤΑ  ΤΗΝ  ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Η ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

     Η Σχολή, στη διάρκεια της κατοχής της χώρας μας απτό τις δυνάμεις του Άξονα, διέκοψε τη λειτουργία της επί 3 1/2 περίπου χρόνια. Τα κτήρια της  χρησιμοποιήθηκαν στο χρονικό αυτό διάστημα από τους κατακτητές για το στρατωνισμό μονάδων τους και για την ασφάλεια τους είχαν οργανώσει αμυντικά τον περίβολο της Σχολής με  την κατασκευή πυργίσκων βολής στις γωνίες και τη διάνοιξη τυφεκηθρών καθ όλο το μήκος του. Ή αλήθεια είναι ότι οι  κατακτητές σεβάσθηκαν τη Σχολή. Καμία φθορά δεν προξένησαν στις κτηριακές εγκαταστάσεις και γενικά στον  εξοπλισμό της Σχολής.

     Στις 17 ‘Οκτωβρίου 1944, μετά την αποχώρηση των κατακτητών, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ή Ελληνική Κυβέρνηση, αφού μεταφέρθηκε από τη  ‘Ιταλία, όπου είχε εγκατασταθεί προσωρινά από το Κάιρο, για να είναι πιο κοντά στην Πατρίδα μας, της οποίας πλησίαζε ή απελευθέρωση. Ή κυανόλευκη κυμάτιζε  και πάλι στον ιερό βράχο της ‘Ακροπόλεως ως απόδειξη της Εθνικής μας κυριαρχίας και της απελευθερώσεως της χώρας μας, που βρισκόταν όμως σε απελπιστική κατάσταση. Υπήρχαν παντού ίχνη των καταστροφών του πολέμου και της στυγνής Κατοχής που κράτησε πάνω από 3 χρόνια. Ή πολιτική και οικονομική αποδιοργάνωση ήταν γενική.

     Όπως ήταν φυσικό,  μια  από  τις  πρώτες  φροντίδες  της ‘Ελληνικής Κυβερνήσεως  ήταν  ή ανασυγκρότηση του Ελληνικού Στρατού. Δύο ήμερες μετά την εγκατάσταση  της  Κυβερνήσεως,  ή Στρατιωτική  Διοίκηση Αττικής  διέταξε  την ανασυγκρότηση  της Σχολής  με  την αριθ.  Πρωτ. ΕΠ 1230/14-Χ-44/Γρ.Ι &  III Διαταγή.   Συγκροτήθηκε ένα Τάγμα από  δύο Λόχους με  μαθητές της 2ας και της 1ης τάξεως της Σχολής κατά το  1940, όταν λόγω του πολέμου είχε διακόψει τη λειτουργία της.  Παρουσιάσθηκαν συνολικά 183, από  τους όποιους  οι 20  ήταν μαθητές της Στρατιωτικής  Ιατρικής Σχολής.

     Ας σημειωθεί ότι οι μαθητές της 2ης τάξεως  είχαν ονομαστεί ανθυπασπιστές  στη  διάρκεια του  Ελληνοιταλικού πολέμου (1940-41) και είχαν υπηρετήσει σε διάφορα έμπεδα. Τις πρώτες ήμερες του  Νοεμβρίου  συγκροτήθηκε στη  Σχολή και ο 3ος Λόχος που  περιλάμβανε 50 μόνιμους υπαξιωματικούς  των όπλων, οι όποιοι προσκολλήθηκαν σ’ αυτήν για στρατωνισμό και  συμπλήρωση της εκπαιδεύσεως τους. Ή  ενδιαίτηση αυτών  έγινε ξεχωριστά. ‘Επίσης  στρατωνίσθηκε  στη Σχολή  ομάδα αναγνωρίσεως του Αγγλικού στρατού από 100 περίπου άνδρες με  δύο άρματα μέσου τύπου Σέρμαν και μικρό  αριθμό ελαφρών οχημάτων.  Παρά τις σοβαρές ελλείψεις άρχισε ή εκπαίδευση των Ευελπίδων, πού περιοριζόταν κυρίως σε  ασκήσεις Πεζικού, και ή βελτίωση γενικά της λειτουργίας της Σχολής ή οποία όμως διακόπηκε μέσα  σε λίγο  χρόνο, εξαιτίας των Δεκεμβριανών πού οργάνωσαν οι Κομμουνιστές του  ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, στη  διάρκεια των οποίων οι Ευέλπιδες κλήθηκαν αυτή τη φορά  να υπερασπισθούν το  ιερό έδαφος  της Σχολής τους.

 Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ  ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ  ΤΟΥ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1944

      Ή κατάσταση στην ‘Αθήνα μετά την εγκατάσταση της Εθνικής Κυβερνήσεως υπό τον αείμνηστο Γεώργιο Παπανδρέου χειροτέρευε από ήμερα σε ήμερα, σε διάγγελμα του δε προς τον ‘Ελληνικό  Λαό καταγγέλλει: « Εν ονόματι τον λαού και τον ‘Έθνους κατηγορούμεν την ήγεσίαν της Άκρας Αριστεράς, ότι οδηγεί εις έμφυλιον πόλεμον,  ο οποίος αποτελεί θανάσιμον  συμφοράν της Πατρίδος

     Οι κομμουνιστές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ διαθέτοντας τη δύναμη με  τα άπλα, μέσα στη γενική αδυναμία, θεώρησαν ότι ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να καταλάβουν την εξουσία με  τη βία. Τις πρώτες ήμερες του Δεκεμβρίου επιτέθηκαν και διέλυσαν τα περισσότερα ‘Αστυνομικά τμήματα και τα πρώτα τάγματα Εθνοφυλακής που  είχαν αρχίσει να συγκροτούνται,  αφού σκότωσαν όσους ‘Αξιωματικούς και οπλίτες αρνήθηκαν να  προσχωρήσουν  στις τάξεις του.  Το κίνημα του  Δεκεμβρίου άρχισε  στην Αθήνα με  πρωτοφανή από την  πλευρά των κομμουνιστών τού  ΕΑΜ-ΕΛΑΣ  αγριότητα.  Όπως ήταν φυσικό, ή κατάληψη  της Σχολής αποτέλεσε έναν από  τους κύριους αντικειμενικούς σκοπούς των κομμουνιστών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και λόγω  θέσεως και λόγω της αποστολής της. Οι  παραπάνω συγκέντρωσαν γύρω από τη Σχολή  ένα Σύνταγμα τού ΕΛΑΣ εφοδιασμένο με πολυβόλα και όλμους από το ύψωμα Στρέφη ως την εκκλησία του Αγίου Σωτήρος, 500 μέτρα περίπου Β.Α. της Σχολής και ένα άλλο εφεδρικό σύνταγμα στην περιοχή Γκύζη-Γαλάτσι.  Ναρκοθέτησαν επίσης τους δύο  κύριους δρόμους πού οδηγούν στη Σχολή.  Οι  τρεις Λόχοι της Σχολής πήραν κατάλληλες θέσεις αμύνης ώστε να καλύπτεται  ο περίβολος της Σχολής με  διασταυρούμενα πυρά αυτομάτων όπλων και όλμων, ή ‘Αγγλική δε δύναμη αποτέλεσε πολύτιμη εφεδρεία, Ιδιαίτερα εξαιτίας του εφοδιασμού της με  οχήματα και μάλιστα με  τα δύο άρματα.

     Οι  εχθροπραξίες άρχισαν από τις 4 Δεκεμβρίου και περιορίσθηκαν σε ανταλλαγή πυρών. Περίπολος της Σχολής, πού την αποτελούσαν δύο Ευέλπιδες και ένας Άγγλος Λοχίας και πού είχε αποστολή για αναγνώριση στην περιοχή  Γκύζη,  χτυπήθηκε από τους κομμουνιστές τού ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και επέστρεψε στη Σχολή μετά από επέμβαση τεθωρακισμένου οχήματος, ενώ σκοτώθηκε ο Άγγλος Υπαξιωματικός. Οι  Κομμουνιστές τού  ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αφού διαπίστωσαν τη σταθερή  απόφαση  των Ευελπίδων να αμυνθούν μέχρις εσχάτων, ως και τον  αποτελεσματικό τρόπο της άμυνας τους, δεν τόλμησαν να ενεργήσουν έφοδο, άλλα περιορίσθηκαν  στο να εξαναγκάσουν τους Ευέλπιδες σε  παράδοση με  στενή πολιορκία, παρεμποδίζοντας οποιαδήποτε κίνηση  μέσα στη Σχολή, με  τα πυκνά πυρά των διαφόρων όπλων τους. Οι Ευέλπιδες αμυνόμενοι αντέδρασαν στα πυρά αυτά με  απόλυτη  ψυχραιμία  και  όσο τους επέτρεπαν οι περιορισμένες  δυνατότητες σε πυρομαχικά, προξενώντας  στους επιτιθέμενους  σοβαρές απώλειες.

      Με τη μορφή αυτή εξακολούθησε ο αγώνας ήμερα και νύκτα κατά τις επόμενες ήμερες στη Σχολή, στην οποία και προστέθηκαν οι Αξιωματικοί  και οπλίτες της Ανωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακής ‘Αττικής και της Γεωγραφικής Υπηρεσίας του Στρατού για να ενισχύσουν την άμυνα της.  Ή κατάσταση άρχισε να  γίνεται κρίσιμη εξαιτίας της ελλείψεως πυρομαχικών και  τροφίμων.

Στις 11 Δεκεμβρίου διατάχθηκε ή εκκένωση  της Σχολής, πού πραγματοποιήθηκε την επόμενη ήμερα,  12 του μηνός, εξολοκλήρου και χωρίς  καμιά  επέμβαση των κομμουνιστών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, χάρις στην υποστήριξη δύο Βρετανικών αεροπλάνων και των δύο  αρμάτων Σέρμαν.

     Ό απολογισμός της μάχης αυτής ήταν για τη Σχολή δύο νεκροί (ο ανθυπολοχαγός Ράντος Β., πού σκοτώθηκε μέσα στο  Πολυβολείο του το οποίο ανατινάχθηκε από βλήμα Μπαζούκας, και ο Εύελπις Πούλος Δ. πού σκοτώθηκε στην Πλατεία της Σχολής)  και τραυματίες 2 αξιωματικοί  και  17 Ευέλπιδες.  Από τους κομμουνιστές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δύο αιχμάλωτοι και ασφαλώς  μεγαλύτερος αριθμός νεκρών και  τραυματιών.  Οι Αξιωματικοί και οι  Ευέλπιδες μετά την  εκκένωση της Σχολής διατέθηκαν στα συγκροτούμενα Τάγματα ‘Εθνοφυλακής και εξακολούθησαν τον αγώνα κατά των Κομμουνιστών του  ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

      Οι Κομμουνιστές τού ΕΑΜ-ΕΛΑΣ μπήκαν στη Σχολή  μετά την εκκένωση της και με  πρωτοφανή μανία και  βαρβαρότητα άρχισαν  συστηματική καταστροφή  όλων εκείνων πού είχε σεβασθεί και  ο ίδιος ο κατακτητής ακόμη.  Τότε καταστράφηκαν  τα δύο Μουσεία της Σχολής, οι αίθουσες με  τα πολύτιμα ενθύμια, ή βιβλιοθήκη, τα αρχεία και  ή  εκκλησία. Σοβαρές επίσης ζημίες έγιναν στα περισσότερα κτήρια της Σχολής.  Τα  μόνα πού κράτησαν οι επιδρομείς, για ευνόητους λόγους, ήταν τα μητρώα των Αξιωματικών.

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ΤΟΝ  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ  1944

     Μετά τη συντριβή των Κομμουνιστών του ΕΛΑΣ- ΕΑΜ άρχισε εντατικά ή εκτέλεση των  απαραίτητων επισκευών με  σκοπό να λειτουργήσει το συντομότερο και πάλι ή Σχολή. Πραγματικά από την 1η Αυγούστου  1945 άρχισε να λειτουργεί, με  την Έναρξη της φοιτήσεως της πρώτης μεταπολεμικής τάξεως του  1946 με βάση αρχικά τον οργανισμό 351/40 και τις τροποποιήσεις του. Λίγο χρόνο μετά την Έναρξη λειτουργίας της Σχολής εκδόθηκε ο αναγκαστικός Νόμος 575/27-9-1945 βάσει του

Οποίου λειτούργησε ή Σχολή κατά τη διάρκεια του συμμοριτοπόλεμου. Ό Νόμος αυτός, εκτός των άλλων, επέφερε και τις ακόλουθες μεταβολές αναφορικά με  τη λειτουργία της Σχολής και τον τρόπο φοιτήσεως σ’ αυτή :

     -Χαρακτηρίσθηκε  ή κατάσταση της Χώρας ως ήμιεμπόλεμη.

     -Περιοριζόταν  ο χρόνος της φοιτήσεως στη  Σχολή  στα ελάχιστα όρια, προκειμένου μεν για μαθητές που προέρχονταν από  ιδιώτες, σε δύο έτη, προκειμένου δε για μαθητές πού προέρχονταν από ανθυπασπιστές-εθελοντές και μόνιμους υπαξιωματικούς σε έξι μήνες.

     -Καθοριζόταν στολή των Ευελπίδων όμοια σχεδόν με  τη σημερινή στολή υπηρεσίας των αξιωματικών.

     -Καθιερωνόταν ή  δωρεάν φοίτηση στη Σχολή Οι Ευέλπιδες πού προέρχονταν από υπαξιωματικούς έπαιρναν ως μισθό το μισό των αποδοχών τους στη διάρκεια της φοιτήσεως τους στη Σχολή, κλπ. Ό περιορισμός του χρόνου φοιτήσεως από 6 μήνες έως 2  έτη γινόταν  για να  συμπληρωθούν οι μεγάλες ελλείψεις σε κατώτερα μόνιμα στελέχη του υπό συγκρότηση Εθνικού Στρατού.

     Ήταν για τη χώρα μας την εποχή εκείνη επιτακτική ή ανάγκη της ταχύτερης, όσο το δυνατό, συγκροτήσεως  ‘Εθνικού  Στράτου, ικανού να αντιμετώπιση  το  Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κόμμα, γιατί οι κομμουνιστές τού ΕΑΜ-ΕΛΑΣ,  παρά την αποτυχία τους το Δεκέμβριο  1944, προετοιμάζονταν δραστήρια για να επιτεθούν με  νέα μορφή, πού άρχισαν να εφαρμόζουν τον  ‘Οκτώβριο τού 1946.

     Για την επιτυχημένη αντιμετώπιση αυτού τού καταστρεπτικού για τη χώρα μας πολέμου, κρίθηκε αναγκαίο να αναπτυχθούν περισσότερο  οι δυνάμεις τού Εθνικού Στρατού, πού είχαν άλλωστε σοβαρές απώλειες, ειδικότερα σε κατώτερα στελέχη. για τη συμπλήρωση των κενών,  καθ’ όλη τη διάρκεια της τετραετίας  1945-1949, εξακολούθησε ή μειωμένη φοίτηση στη Σχολή και παράλληλα ή αύξηση τού αριθμού των εισαγομένων μαθητών. Για το λόγο αυτό από τον Αύγουστο τού 1947 η συγκρότηση της Σχολής μεταβλήθηκε από Τάγμα σε Σύνταγμα και διατηρήθηκε έτσι  ως τον Αύγουστο τού 1957, οπότε μετατράπηκε και  πάλι  σε Τάγμα.

     Σε όλη την περίοδο αυτή, παρά τις μεγάλες ελλείψεις και το ολιγοχρόνιο  διάστημα της φοιτήσεως, ή Σχολή  με  ακούραστη εργασία πέτυχε  απόλυτα στην όσο το δυνατό αρτιότερη και ταχύτερη κατάρτιση ικανών κατώτερων στελεχών για την πλαισίωση τού ‘Ελληνικού Στρατού. Όπως ήταν φυσικό, κατά την περίοδο  αυτή δόθηκε μεγαλύτερη σημασία στην πρακτική εξάσκηση, και  τα καθαρά στρατιωτικά μαθήματα παρά  στην  επιστημονική μόρφωση των Ευελπίδων.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

     Οι Κομμουνιστές,  αφού επί τρία ολόκληρα χρόνια αιματοκύλησαν  κυριολεκτικά τη  χώρα μας, συνετρίβησαν το καλοκαίρι τού 1949. Μόλις τότε άρχισαν να  καταβάλλονται οι απαιτούμενες τεράστιες προσπάθειες για να πάρει ή Πατρίδα μας τη θέση πού της ταιριάζει μέσα στον κόσμο, όπως αυτός διαμορφώθηκε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Άνεμος δημιουργικός άρχισε να πνέει σ’ όλους τους τομείς της εθνικής μας δραστηριότητας και στον τομέα της προπαρασκευής των ‘Ενόπλων Δυνάμεων, κατά τρόπο αντάξιο στις ‘Εθνικές μας παραδόσεις. ‘Εξαιρετική θέση στη δημιουργική προσπάθεια τού τομέα αυτού πήρε ή οργάνωση και λειτουργία της ΣΣΕ ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της στελεχώσεως ενός σύγχρονου στρατού.

      Με το νόμο 981,  πού κοινοποιήθηκε με  την ύπ’ αριθ. 222/11-6-1949 Ε.Δ.Υ.Σ.,  καταργήθηκε ο αναγκαστικός Νόμος 575 – εκτός από  τη δωρεάν φοίτηση – και ή Σχολή ξαναγύρισε στην κανονική της λειτουργία. Ό Νόμος αυτός, ο 981, συμπληρώνει τον οργανισμό τού 1940, καθιερώνει και πάλι την τριετή φοίτηση και τη διεξαγωγή μια φορά το χρόνο εξετάσεων για την εισαγωγή μαθητών στη Σχολή και καθορίζει τη χρησιμοποίηση ψυχολογικής δοκιμασίας (Tests) τόσο  στις εισαγωγικές εξετάσεις όσο και στην κατανομή των μαθητών πού αποφοιτούν με  επιτυχία από τη Σχολή  στα διάφορα Όπλα και Σώματα.

      Τότε καθορίστηκε ως στολή Ευελπίδων ή ίδια με  εκείνη πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έκτος από τα διακριτικά βαθμού των Υπαξιωματικών.  Τέλος, από τον ‘Ιανουάριο 1952 αντικαταστάθηκε το ξίφος μάλιγχερ με  ξιφίδιο.

     Σύντομες  και συνεχείς προσπάθειες  καταβλήθηκαν από τις  εκάστοτε  Διοικήσεις  της Σχολής, από την επομένη της λήξεως του αγώνα κατά των Κομμουνιστών ως  σήμερα, για να  ανταποκριθεί ή Σχολή στον προορισμό  της.

     Ή βελτίωση της εκπαιδεύσεως με  τρόπο πού ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των σύγχρονων τεχνικών και επιστημονικών εξελίξεων, ή  επαναφορά σε ισχύ των κυριότερων από τις ωραίες παραδόσεις της Σχολής, πού φυσικά προσαρμόσθηκαν στα σημερινά δεδομένα, και ή βελτίωση των εγκαταστάσεων της Σχολής,  με  τρόπο πού εξασφαλίζει άνετη  διαβίωση  και καλύτερη διαπαιδαγώγηση των Ευελπίδων, αποτέλεσαν τους κύριους τομείς δραστηριότητας τους.

     Με το ΝΔ 4181/31-8-61 καθορίζονται και τα έξης:

     -Ή  ΣΣΕ  θεωρείται ‘Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Ισότιμο προς τα λοιπά Ανώτατα Ιδρύματα της  χώρας.

     -Ή  φοίτηση  στην Σχολή καθίσταται τετραετής με  έναρξη  Ισχύος από  το εκπαιδευτικό  έτος 1961-62.

     -Ιδρύεται Πτέρυγα Ευελπίδων Αξιωματικών Σωμάτων για να  παρέχει στο Στράτευμα Μονίμους αξιωματικούς των Σωμάτων ‘Εφοδιασμού-Μεταφορών (ΕΜ), Υλικού Πολέμου (ΥΠ) και  Τεχνικού (ΤΧ).

Έναρξη λειτουργίας για τα δύο πρώτα από το ακαδημαϊκό έτος  1962-63 και  για το Τεχνικό Σώμα από το έτος 1971-72.

     Ή λειτουργία της  Σχολής στηρίζεται σήμερα στο Ν.Δ. 4186/31-8-1961, στο  Β.Δ. 30/9-1-1964, πού τροποποίησε  μερικές διατάξεις του Β.Δ.  από 24-2-1940 (‘Οργανισμός της ΣΣΕ), και τον Α.Ν. 370/6-4-1968 (Περί τροποποιήσεως των διατάξεων της Νομοθεσίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων).

          Με διάταγμα του 1974 καθορίζεται  επίδομα των μαθητών των Στρατιωτικών Σχολών Μονίμων Αξιωματικών των Ένοπλων Δυνάμεων ίσο με  δεκαπέντε εκατοστά του εκάστοτε βασικού μηνιαίου μισθού  του μόνιμου  ‘Ανθυπολοχαγού.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s